ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΥΣ: ΑΡΤΕΜΗΣ ΣΩΡΡΑΣ (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)


Το Αρχαίο Ελληνικό Λεξάριθμο - Πυθαγόρας

ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΣΥΜΠΑΤΡΩΤΕΣ ΧΑΙΡΕΤΕ

 ΟΙ ΛΕΞΑΡΙΘΜΙΚΕΣ ΙΣΟΨΗΦΙΕΣ ΚΑΤΑΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ Η ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΩΝ ΛΕΞΕΩΝ …ΟΝΟΜΑΤΩΝ ..ΡΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΩΣ ΟΠΟΙΩΝΝΔΗΠΟΤΕ ΛΗΜΑΤΩΝ. ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΣ ΔΕ Η ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΤΩΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΤΑΔΥΚΝΕΙΕΙ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΩΝ ΔΟΝΗΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΣΧΕΣΗ.ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΧΥ ΤΩΝ Η ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΙΝ ΤΩΝ ΔΟΝΗΣΕΩΝ…ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑΣ. ΑΛΛΑ ΜΕ ΠΟΙΑ ΕΝΝΟΙΑ;;; ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΘΑ ΜΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗ ΣΤΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΑΠΟΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΝΑ ΕΜΠΛΑΚΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑ ΧΡΟΝΟΒΟΡΑ ΚΑΙ ΕΠΙΠΟΝΗ ΑΝΑΛΥΣΗ. ΚΑΘΕ ΑΥΓΟΝ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΕΠΩΑΖΕΙ ΕΝΑ ΠΤΗΝΟΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΔΥΝΑΜΕΙ ΕΝΑΣ ΝΕΟΣΣΟΣ. ΑΠΟ ΤΑ ΔΕΚΑ ΕΠΩΑΖΩΜΕΝΑ ΑΥΓΑ ..ΠΙΘΑΝΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΚΑ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΝ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΓΩ ΠΤΗΝΟΥ. ΠΙΘΑΝΟΝ ΟΜΩΣ ΔΥΟ Η ΤΡΙΑ Η ΤΕΣΣΕΡΑ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΟΥΝ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΑΠΟΤΥΧΗ ΤΟΙΟΤΟΤΡΟΠΩΣ Η ΝΕΟΣΣΟΠΟΙΗΣΙΣ.ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΟΗΘΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΙΝΗΣ Η ΟΧΙ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΩΝ ΔΟΝΗΣΕΩΝ …Η ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ Η ΜΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΜΕΝΩΝ ΔΟΝΗΣΕΩΝ ΥΠΟ ΤΩΝ ΑΝΑΛΥΟΜΕΝΩΝ ΙΣΟΨΗΦΙΩΝ ΚΑΙ ΛΗΜΑΤΩΝ.

 ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΗΤΟΙ ΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΑΡΤΕΜΗΣ ΣΩΡΡΑΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΩ ΟΤΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΕΣ ΓΝΩΜΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΔΗ ΕΙΠΩΘΗ, ΔΗΛΑΔΗ ΟΤΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΥΤΟ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΙΧΜΑΛΩΤΩΝ …ΑΝΑΜΙΞΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΖΩΗ …ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΝΟΜΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΜΕΙΝΩ ΕΠ ΑΥΤΟΥ ΕΦ ΟΣΟΝ ΕΠΑΝΑΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΤΕΤΟΙΕΣ ΙΣΟΨΗΦΙΕΣ ΚΑΙ ΛΗΜΑΤΑ.

ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΟΜΩΣ ΙΣΟΨΗΦΙΕΣ ΚΑΙ ΛΗΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΤΟΥΝ ΣΚΕΠΤΙΚΟΥΣ. ..ΟΧΙ ΤΟΣΟ ΓΙΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΞΕΤΙΛΥΧΘΟΥΝ ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΡΠΩΘΗ ΑΠΟ ΑΥΤΑ. ΣΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ 1270 ΟΠΩΣ ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΛΕΞΙΣ ΑΙΡΕΣΙΟΓΡΑΦΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ …ΓΡΑΦΩ ΥΠΕΡ ΚΑΠΟΙΑΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ …Η ΚΑΙ ΜΑΧΟΜΑΙ ΥΠΕΡ ΚΑΠΟΙΑΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ..ΕΠΙΣΗΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΛΕΞΙΣ ΑΦΑΝΙΣΤΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΑΙ ΩΣ…εξολοθρευτής # καταστροφέας # λυμεώνας, ο  ἀφανιστής τῶν ἰχθύων   ἀφανιστής τῶν πάντων      πορθητής (ο) # πορθήτωρ. ΤΟ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΑΛΛΑ ΤΟ ΝΑ ΤΗΝ ΑΦΑΝΙΣΕΙ Η ΝΑ ΤΗΝ ΕΚΠΟΡΘΗΣΗ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΙΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ.

 ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΤΗΝ ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΕΚΜΥΕΩ ΟΠΕΡ ΜΕΘΕΡΜΗΝΕΥΟΜΕΝΗ ΕΣΤΙ      μυώ πλήρως # διδάσκω # μυσταγωγώ # κατηχώ,   ανοίγομαι # εμπιστεύομαι # εξομολογούμαι # ξανοίγομαι # ξεφανερώνω    αποκαλυπτικός   αποκάλυψη. ΕΔΩ ΤΟ ΕΥΛΟΓΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ: ΠΕΡΙ ΠΟΙΑΣ ΜΥΗΣΕΩΣ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΛΕΞΗ ΑΙΡΕΣΙΟΓΡΑΦΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΠΩΣ ΕΙΠΑΜΕ …ΜΑΧΟΜΑΙ ΥΠΕΡ ΚΑΠΟΙΑΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ

 ΠΙΟ ΚΑΤΩ ΣΥΝΑΝΤΑΜΑΙ ΤΗΝ ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΚΟΛΛΥΒΙΣΤΗΣ ….κολλυβιστής   ΟΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ῎… αργυραμοιβός (ο) # διαπράτης (ο) # κερμαδότης (ο) # κερματιστής (ο) # κερμοδότης (ο) # τραπεζίτης. ΔΕΝ ΗΧΟΥΝ ΚΑΛΩΣ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗΣ Η ΑΡΓΥΡΑΜΟΙΒΟΣ….ΜΗΠΩΣ ΑΥΤΟ ΣΥΝΔΥΑΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΓΓΕΛΟΜΕΝΗ ΙΔΡΥΣΙ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΕΝΤΙΜΗΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ;;;; 

 Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΛΕΞΙΣ ΕΠΙΡΡΗΜΑ ΚΡΟΝΙΚΩΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΡΑΤΤΩ ΩΣ Ο ΚΡΟΝΟΣ …ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΕΠΙΣΗΣ ΕΝΤΥΠΩΣΗ

 ΟΠΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΝΩ κυνώ      ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ όμοιος με σκύλο #   Ερινύες,    κυνηγός    καταδίωξη   διώξιμο # δίωξη   αγρεύω # αναζητώ # διώχνω # θηρεύω # κατατρέχω # ψάχνω   ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΗΡΑΜΑ;;

 ΚΑΤΟΠΙΝ ΔΕ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΝ ΟΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ μονοπώλιον    

μονοπώλιο # αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης ή κατοχής ορισμένης ιδιότητας # δικαίωμα αποκλειστικής πώλησης από ένα μόνο οργανισμό # τραστ # υπηρεσία που διαχειρίζεται μονοπωλιακά είδη, το – εξ αυτής η αγγλική λέξη monopoly – η ιταλική monopolio – η γαλλική monopole    ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΙΣ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟΥ;;;ΣΕ ΤΙ;;;ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΡΠΩΘΗ ;;;;

 Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΞΑΝΘΩΠΟΣ Ο ΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ  ξανθωπός       

ξανθός στην όψη,          επίξανθος (επίθετο δικατάληκτο) # ξουθός (επίθετο τρικατάληκτο και δικατάληκτο – λατινικά flavus & russus)  ξανθοπώγων       ΤΟ ΞΑΝΘΟΝ ΓΕΝΟΣ;;;; ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ;;;ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΘΑ ΕΛΕΓΑ ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ …. ΒΕΒΑΙΩΣ ΑΝ Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΕΒΑΙΝΕ ΘΕΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ…ΕΙΝΑΙ ΟΜΩΣ ΕΤΣΙ;;

Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ ΟΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ οθωμανικός   

παραδοχή ξένων εθίμων, ο διευθέτηση # τάξη # ευταξία # τακτοποίηση # ευπρεπισμός # νοικοκύρεμα # σιάξιμο # συγύρισμα # αγάπη για την τάξη,  μηνίσκος # μήνη # μισοφέγγαρο # ημισέληνος # κάθε σχήμα ή αντικείμενο που μοιάζει με μισοφέγγαρο    ΑΥΤΗ Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΣΟΚ…ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΑΙ ΘΕΤΙΚΑ ΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΛΥΣΗ Ο ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΕΧΘΡΟΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΟ ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΞΕΝΩΝ ΕΘΙΜΩΝ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΑΠΕΙΛΗΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΣΟΥΣ ΛΑΘΡΟΜΕΤΑΝΑΣΤΕς ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ …Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ ΟΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ συνοικισμός   

κατοίκιση κάποιου τόπου με νέους κατοίκους # αύξηση πληθυσμού πόλης με εγκατάσταση νέων κατοίκων # αποικισμός # αποίκιση # εγκατάσταση σε νέα πόλη # μετοίκηση σε νέα πόλη,    ΟΠΩΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΤΕ Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΝΕΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΣΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΔΑΦΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΣ ΜΑΣ ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΑΝ ΠΟΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗ…ΚΑΙ ΑΝ ΑΥΤΟ ΔΟΝΕΙΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΥΠΟ ΑΝΑΛΥΣΙΝ ΟΝΟΜΑ ΤΟΤΕ ΑΥΤΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΑΡΝΗΤΙΚΟΥΣ ΣΥΝΕΙΡΜΟΥΣ.

 ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΝΩΜΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΝ 785  ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ ΤΗΝ ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΑΘΕΣΤΟΣ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ Η ΛΗΜΑΤΙΚΗ ΕΚΠΟΝΗΣΗ ΜΑΣ ΔΙΔΕΙ ΕΠΙΣΗΣ….αθέτηση ορκου αθέτηση συμφωνιας     ἀθετω τόν ορκο μου  αθεσμοθέτητος ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΝ ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΛΕΞΙ ΥΠΟΧΡΕΩ …ΑΝΑΛΥΟΜΕΝΗ ΩΣ ΕΧΕΙ ΠΑΡΕΙ ΟΡΚΟ …ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΙ ΤΑΜΑ. ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΠΑΙΡΝΕΙ ΠΙΣΩ ΤΟΝ ΟΡΚΟ;;;ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΙΟΥΣ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ ΟΡΚΟ;; ΩΣΤΕ ΝΑ ΧΡΕΙΑΣΘΗ ΝΑ ΤΟΝ ΠΑΡΗ ΠΙΣΩ;;;ΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΙΣΩΣ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΓΝΩΜΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ.

 ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΚΑΤΑΠΙΠΡΗΜΙ ΠΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ επικαταπίμπρημι         

καταπυρπολώ # κατακαίω # απανθρακώνω # αποτεφρώνω # περιφλέγω # καρβουνιάζω, ΚΑΙ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΟ ΑΦΑΝΙΣΤΗΣ ΠΟΡΘΗΤΗΣ ΚΑΙ ΠΟΡΘΗΤΩΡ!!!

 ΠΙΟ ΚΑΤΩ Η ΗΧΗΡΩΤΑΤΗ ΛΕΞΙΣ ΦΤΟΥ...ΩΣ ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ…ΠΟΙΟΣ ΚΑΤΑΠΤΥΕΤΑΙ;;

 ΣΤΗΝ ΓΝΩΜΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ 785 ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΛΕΞΙΣ ΔΙΧΟΙΝΙΚΙΑ διχοινικία     

διχογνωμια διχονοια διχοτομημενος διχοτομω κατι ΠΕΡΙ ΠΟΙΑΣ ΔΙΧΟΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΙΑΣ ΔΙΧΟΤΟΜΗΣΕΩΣ;; ΜΗΠΩΣ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ;; ΣΕ ΠΟΙΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΑΙ ΣΕ ΠΟΙΟ ΣΗΜΕΙΟ;;

Η ΑΜΕΣΩΣ ΕΠΟΜΕΝΗ ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΧΡΟΙΑ δίχροα     ΣΗΜΑΙΝΕΙ

διπλό χρώμα, η  είμαι δίχρονος # έχω διπλό μέτρο χρόνου # έχω διπλό γραμματικό χρόνο,  που έχει δύο χρώματα            διετής # διχρονίτικος ..ΤΑ ΔΥΟ ΧΡΩΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΥΝ ΔΥΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΕΙΣ…ΚΑΤΑΓΩΓΕΣ …

ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΔΟΥΡΙΑΣ δουρίας  ΟΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ    

αιχμάλωτος,   αιχμάλωτος # δοριάλωτος  δουρειος ιππος   κοίλος λόχος (ο) # ξεστός ίππος (ο) # ξεστός λόχος (ο) # ξύλινος λόχος (ο) # πυκινός λόχος (ο)   ζυγός # σκλαβιά  οφειλή # χρέωση    ΤΟ ΛΗΜΑ ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΜΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΖΕΙ ΔΙΟΤΙ Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙ ΚΡΥΦΙΩΣ.

 ΠΙΟ ΚΑΤΩ Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΙΟΥΔΑΙΚΟΣ …ΟΠΕΡ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ο των Ιουδαίων, επίθετο εβραϊκός  

 ΠΙΟ ΚΑΤΩ Η ΙΣΟΨΗΦΙΑ ΣΙΓΜΟΕΙΔΕΚΤΟΜΗ σιγμοειδεκτομή    ΑΝΑΛΥΕΤΑΙ ΩΣ…

σχήματος σίγμα (C) # ημικυκλικός # μηνοειδής # που έχει σχήμα μισοφέγγαρου # δρεπανοειδής,           ΕΠΑΝΑΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΜΙΣΟΦΕΓΓΑΡΟ …ΚΑΙ ΤΟ ΔΡΕΠΑΝΟΝ!!!

 Η ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΛΕΞΑΡΙΘΜΙΚΟΝ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΕΦ ΟΣΟΝ ΜΕΛΕΤΗΘΟΥΝ ΟΛΕΣ ΟΙ ΓΝΩΜΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ.

ΠΑΡΑΘΕΤΟΥΜΕ ΤΙΣ ΔΥΟ ΓΝΩΜΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΥΣ ΕΦ ΟΣΟΝ ΟΙ ΙΣΟΨΗΦΙΕΣ ΠΟΥ ΑΠΕΦΕΡΑΝ ΚΑΤΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΑΝΕΛΥΘΗΣΑΝ.

ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ 1

1270

αδενοστυλίς     

όμοιος με αδένα,             

αδένωσις                     

αιδεσίμως   

σεβάσμιος # αξιοσέβαστος # σεβαστός # σεπτός # ευσεβέστατος,   # έντιμος              

αιθρωπός     

 φωτεινός,       ανοίγω # ξανοίγω # ξαστερώνω # ξεσυννεφιάζω        

αιμυλόμυθος   

Αἷμα ἀντί αἵματος    αἱματερή ἐκδίκηση   αἱματοκύλισμα         

αιρεσιογράφος      

μάχομαι υπέρ κάποιας αίρεσης,          

αλμαιοπώλης          

ἅλμα ἅλμα ἀπό πἀνω    πήδημα # πήδος # σάλτο  ημερολόγιο # καλαντάρι   γοργός

αμισθίως      

δωρεάν # τσάμπα # χάρισμα # χωρίς αμοιβή,    μη λήψη μισθού     ἀμίσθωτος      

αμφίθυμος    

δίπορτος # δίθυρος       γνήσιος        αμφιθέατρος (επίθετο δικατάληκτο – εξ αυτής η αγγλική amphitheatric ή amphitheatrical)    arena) # σφενδόνη (η)   επιδεξιότητα   αμφισβητούμενος #αμφισβήτηση # αντιλογία

αναψησμός          

εξετάζω ακριβώς  υποβάλλω σε νέα ψηφοφορία,   νέα ψηφοφορία, η    ἀναψηλάφηση δικης επανεξέταση # παλινδικία

ανεπεύθυνος     άψογος # αδιάβλητος # αδιάφθορος # ακηλίδωτος # άμεμπτος # αμόλυντος # αμώμητος # άμωμος # ανεπίληπτος # άπταιστος # αστιγμάτιστος # αψεγάδιαστος # ιδανικός # ολοκάθαρος # ακατηγόρητος    ανυποστήρικτος # αβοήθητος,         

ανησυχία       

αναδίδουσα δώρα (γη ή Δήμητρα   άνηθος, το    αήττητος # ανίκητος,  αδημονία # νευρικότητα # σκοτούρα # σκέψη # ταραχή     

άνιχθυς        

που δεν έχει ψάρια,   ἀνίχνευση ἀλήθειας       αναζήτηση # έρευνα # ιχνηλασία # κατόπτευση    εξιχνιαστής # ιχνευτής # ιχνηλάτης # προπομπός   εξιχνιάζω # ερευνώ # ιχνηλατώ # 

ανταγείρω       

ανταγαπάω     ἀνταγοράζω     ἀνταγωνίζομαι   αμιλλώμαι # αντιβγαίνω # αντιμετριέμαι # αντιμετρούμαι # αντιμάχομαι # αντιπαλεύω # αντρανίζω # διαμάχομαι # μονομαχώ # παραβγαίνω # πολεμώ # συναγωνίζομαι # συνερίζομαι

ανταριάζω        

αριθμώ με αντιπαραβολή # μετρώ με αντιπαραβολή των αριθμών      ισάριθμος      

αντιγεννάω      

γεννώ και εγώ εξάλλου   ἀντιγνωμῶ    διαφωνία  μιμούμαι # ξεσηκώνω    

αντιδέρω       

δέρνω και εγώ με τη σειρά μου,             

αντιμεθέλκω       

έλκω προς την αντίθετη κατεύθυνση # σέρνω αντιθέτως # τραβώ αντιθέτως # τραβώ εξεναντίας     ἀντιμετωπίζω τήν βία μέ τήν βία      

αντιχάρης    

χαράσσω αντιθέτως    χαριεντίζομαι αμοιβαία,  χαροποιός    αντιχαιρετίζω      

αουροφαινίνη     

χελιδόνι (μεγάλο είδος), το     άτρωτος # απλήγωτος,  ὁ ἀγαπῶν τά ὀρφανά     

αρθροπίτυς        

δεσμός των άρθρων # πέδη # φρένο, η           

αρτιχανής     

που μόλις ανοίγει,   αρτιγέννητος # νεοσύστατος   ακεραιότητα # πληρότητα    κατάρτιση # ολοκλήρωση     

ασκοδορέω     

ἐκδέρω τό δέρμα κάποιου οὕτως ὥστε νά ἀποτελεῖ ἀσκόν!!!    τουλουμιάζω κάποιον στο ξύλο,    ασκόνιστος ἀσκόνταφτος     ἀσκούμενος μέ προθυμία καί 

ἐπιμέλεια 

ανοξείδωτος

ασυλλάλητος         

αλογάριαστος # αλόγιαστος # απερίσκεπτος # απρονόητος # αστόχαστος # άκριτος         

αφανιστής          

εξολοθρευτής # καταστροφέας # λυμεώνας, ο  ἀφανιστής τῶν ἰχθύων   ἀφανιστής τῶν πάντων      πορθητής (ο) # πορθήτωρ  

αφροκαλλίστη      άνθος  ἀφρόκρεμα         

βασιδιομύκητες   βασιλική εξουσία # δυναστεία # ηγεμονία # βασιλικό αξίωμα # βασίλειο # επικράτεια # μεγαλειότητα # διάδημα βασιλικό # βασιλεία του Θεού, η   έχω όρεξη να βασιλεύσω # αντιποιούμαι την βασιλεία (άλλου),    τέλειος βασιλιάς, ο -  αξιότερος να βασιλεύσει, ο - κατηγορία επί εσχάτη προδοσία, τα  ανάκτορο # παλάτι, ο   βατός # εδραίος # βέβαιος # σταθερός # πορεύσιμος # διαβατός # προσιτός  αντάρτης # απείθαρχος # ασύδοτος # ζορμπάς  εδράζω # θεμελιώνω # στηρίζω   ακρογωνιαίος # απαραίτητος # αρχικός # δομικός # θεμελιακός # θεμελιώδης # ουσιώδης # πρωταρχικός # πρώτος # ριζικός # σημαντικός # στοιχειώδης   βασιλιάς # άναξ    ασφαλής # βέβαιος # θετικός

βυζαίνω       

μπούφος – μεγάλο νυκτόβιο πουλί # κουκουβάγια # γλαύκα γαλακτουχέω (ρήμα) # γαλουχέω (ρήμα              

βωλήτιον    

πλατύστομον ποτήριον μετά ποδός έν σχήματι ἀμανίτου   βόλος                 

γλυκίζω        

γλυκαίνω # ταγίζω γλυκίσματα,              

γραοσυλλέκτρια  

Γραικίτης (ο) # Έλλην (ο)    ελληνικός     ειμαρμένη # ζώδιο # μοίρα # πεπρωμένο # τυχερό    

δερμάνυσσος     

γδαρμένο τομάρι # πετσί # δορά των ζώων # δέρμα # επιδερμίδα # φλοιός # φλούδα # κατεργασμένο δέρμα # δερμάτινο ασκί,             

διανεύω        

νεύω προς κάποιον με το κεφάλι ή κλείνοντας το μάτι # γνέφω #, ρήμα   γνέφω           

διαπτοέω           

τρομάζω # πτοώ # εξουθενώνω # φοβίζω # αφηνιάζω (για άλογο),    διαπαιδαγώγηση  αγωγή # ανατροφή # διδασκαλία # διάπλαση #   ανατρέφω # διαπλάθω # μορφώνω διεισδυτικός # διάτορος # δριμύς # εκκωφαντικός # οξύς διαμάχη # διένεξη # καβγάς # λογομαχία #ποικιλόχρωμος   διασυρμός # πομπή # πρόγκα # πόμπεμα # πόμπευση # πόμπιασμα # ρεζίλεμα  διαπραγματεύομαι  μεσολαβητής εκτέλεση διακεκριμένος # ελλόγιμος # εξαιρετικός # εξαίρετος # επιφανής # καταξιωμένος # έγκριτος   αναδεικνύομαι # αναδείχνομαι # αριστεύω # διακρίνομαι # διαλάμπω    διακαής # ένθερμος # πυρακτωμένος # πύρινος # πυρός # φλογερός

διευνάω       

βάζω κάποιον στο κρεβάτι # βάζω κάποιον να κοιμηθεί # τελειώνω τη ζωή,   διευθέτηση   διευθέτηση διαφορῶν μέ ἁμοιβαῖες ὕποχωρήσεις    διευκόλυνση # διάταξη # εξομάλυνση # ευθέτησις # κανόνισμα # λύση # ρύθμιση      διαχειριστής # διοικητής # μάνατζερ # προϊστάμενος  κυβερνώ # προϊσταμαι  διασαφίζω # διαφωτίζω  αυξάνω # γενικεύω # διαπλατύνω # επεκτείνω # ευρύνω # μεγεθύνω 

δυναμοδύναμις        

τετράγωνο τετραγώνου # τεταρτοβάθμια δύναμη, # δυνάμαι (ρήμα   δυνάμενος νά ἀποκαταστήση τήν τάξη  δυναμώνω       

δυσδιάλλακτος     

αδιάλλακτος # άκαμπτος # ανένδοτος # ανυποχώρητος # ασυμφιλίωτος # ασυνθηκολόγητος # σκληρός           

εισκατηχέομαι       κατεβαίνω μέσα    κατακομματιάζω # κατακερματίζω # κατατεμαχίζω # πετσοκόβω # συντρίβω,   καταθέτω εντός τινός # ενθέτω # εναποθέτω # απιθώνω # αποθέτω,  

εκατοστόγραμμον     

συνάζων την εκατοστήν # τελώνης, ο         

εκμετρώ     

αναμετρώ # λογαριάζω καλά    μετρώ με ακρίβεια # λογαριάζω ακριβώς # οδοιπορώ λογαριάζοντας τη πορεία μου από τα άστρα,   ακριβές μέτρημα # καταμέτρηση, η   υπέρμετρος # άμετρος,  μεταλλεύω # υλοτομώ # απομυζώ # αξιοποιώ # αρμέγω # εμπορεύομαι # επωφελούμαι # καρπώνομαι # λειτουργώ     

εκμυέω      

μυώ πλήρως # διδάσκω # μυσταγωγώ # κατηχώ,   ανοίγομαι # εμπιστεύομαι # εξομολογούμαι # ξανοίγομαι # ξεφανερώνω    αποκαλυπτικός   αποκάλυψη          

εκτεκνόω     

γεννώ # τεκνοποιώ     εκτεθειμένος …σέ συκοφαντῖες           διάπραξη # τουφεκισμός # ανάκρουση # συναυλία # πλήρωση # απόδοση # διενέργεια # εκπλήρωση # εκπόνηση # επιτέλεση # εφαρμογή # θανάτωση # παίξιμο # πραγματοποίηση # πράξη # τέλεση  νομοτελεστικός  αποδίδω # διενεργώ # δρω # εκπληρώνω # ενεργώ # επιτελώ # εφαρμόζω # θανατώνω # κάνω # παίζω # πληρώ # ποιώ # πραγματοποιώ # πράττω # τελώ   εκτελωνισμός   αναπεπταμένος # διεξοδικός # εκτενής # μεγάλος # πλατύς # σχοινοτενής

εκτόξευσις    

ρίχνω με τόξο # αποτοξεύω # εξαντλώ τα βέλη μου # εξαντλώ  εκστόμιση # εκσφενδόνιση # εξαπόλυση             

εμπειρικώς      

έχων πείρα # πεπειραμένος # πράττων με εμπειρία  αυτοδίδακτος (επίθετο δικατάληκτο – εξ αυτής η αγγλική λέξη autodidact – ιταλική autodidatta (mf) – γαλλική autodidacte) # αυτομαθής (επίθετο δικατάληκτο) # πραγματικός     αυτοδίδακτος # πρακτικός     

ένσχεσις      

ἐνσάρκωση τοῦ θείου λόγου   ἐνσκήπτω μέ ὁρμή   ενσωμάτωσις ἐνσωματώνω  ενοποιέω (ρήμα)    συνένωσις (η)   υλοποιώ επέρχομαι # παρουσιάζομαι # πλακώνω # πέφτω  εμποτίζω # εμφυσώ # στάζω  αγκαλιάζω # αποδέχομαι # εγκολπώνομαι # υιοθετώ αγκάλιασμα # αποδοχή  ένστιχτο # ορμέμφυτο # ψυχόρμητο  διαισθητικός # ορμέμφυτος # πηγαίος # ένστικτος  ενσυνειδητος  προσχώρηση # προσάρτηση # συνένωση

εντείρω     

βασανίζω # ταλαιπωρώ μέσα    ἐντείνω τήν προσπάθεια   καί τίς δυνάμεις μου    αντρειεύω # βαρβατεύω # γιγαντεύω # δυναμώνω # επιτείνομαι # ογκώνομαι # φορτσάρω # φουντώνω       

εξαυδώ        

εκφράζω # ξεστομίζωω      εξιδανικεύομαι   αποπνευματώνω # εξιδανικεύω      

επεκτίνω     

περιοριστικός # κατασταλτικός   επέκτασις    ἐπεκτείνω καί ἁπλώνω φάλαγγα  στρατιωτικη   # κλιμακώνω #    

επισκοπέω      

επιθεωρώ ως στρατηγός # παρατηρώ # κοιτάζω # επιτηρώ # έχω υπό την εποπτεία μου # εποπτεύω # κοιτάζω άρρωστο # επισκέπτομαι # επιθεωρώ # εξετάζω με το νου μου # συλλογίζομαι # αναλογίζομαι # μελετώ,     εξετάζω # επιθεωρώ        

ερωμένος    

αγαπητικός # εραστής # λάτρης # φίλος                 

ερώμενος                     

εσπερόφιλος     

από δυτικά # από τη δύση,   ολονυκτία, το     βραδινός # νυχτερινός,     Πλούτων ή Άδης, ο

ευανθέω    

είμαι ανθηρός # έχω πλήθος καλών και ωραίων λουλουδιών, ευανάγνωστος (  ευκολοδιάβαστος # καθαρός # καλογραμμένος               

ευδιάλυτον    

διαλυόμενος εύκολα αιθρία # γαλήνη # καθαρότητα # καλοκαιρία # καλοσύνη κεφάτος # ορεξάτος # πρόθυμος             

ευθυμετρία  

ισομετρία # ευθυγραμμία, η                 

εύπειστος       

πειθόμενος εύκολα # πιθανός,  ευπείθεια στούς νόμους  πειθαρχικός # πειθήνιος #    σέβομαι           

ζηλωτέον         

ζηλευτός # αξιοζήλευτος # άξιος μίμησης # πρότυπος επαίνου # αξιέπαινος,  θαυμαστής # θεοσεβής # θιασώτης     σύντροφος σε θίασο # εταίρος ή μέλος θιάσου # λάτρης # ακόλουθος # οπαδός # επίθετο του Διονύσου # Διόνυσος # Βάκχος, ο   ΘΙΑΣΩΤΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ   ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΘΙΑΣΩΤΗΣ ΤΟΥ ΒΑΚΧΟΥ    ζηλωτής

ζωογόνος    

ζωογόνος # ζωοποιός # ζωτικός # παράγων ζωή                 

θυματίτις     

ο των θυμάτων των θυσιών,  απώλεια # θήραμα   θυμούμαι          

ιμβριώτη     

νησί της Θράκης ιερή των Καβείρων και του Ερμή ή Ίμβραμος, η                

ίνωσις   

έχων πολλές ίνες # νευρώδης # δυνατός,                    

ισόχνοος   

συγχρονισμός   συγχρονισμένος              

ιστότονος  

αργαλειός # ὑφαίνω     αφήγημα # διήγημα    διηγημένος   ἱστορία ἱστορίζω       

ισχόπολις                    

κατάληψις      

πιάσιμο # φτάσιμο # κυρίευση # άλωση # κατοχή # κατάκτηση # εκπόρθηση # καθυπόταξη # πάρσιμο # πόρθηση # αντίληψη # νόηση # αντίληψη με το νου # κατανόηση   εκπόρθηση # κατοχή # κυρίευση           

καταμέργω        

καταμερίζω ἔδαφος     διανομή # διαίρεση # καταμέριση # κατανομή # μοιρασιά       

καταμηλόω        

καθετηριάζω # βάζω κάτι μέσα σαν τον καθετήρα # αναγκάζω κάποιον να επιστρέψει κάτι που καταχράστηκε ή καταπάτησε με δικαστικά μέσα #    καταμηνύω μαζί μέ ἄλλους        

κερατοφάγος        

που τρώγει κέρατα          

               

κνύω                         

κοινωνός      

μέτοχος # μετέχων # συμμετέχων # συμμέτοχος # σύντροφος # κοινός # συντροφικός # συνεργός,               

κολλυβιστής   

αργυραμοιβός (ο) # διαπράτης (ο) # κερμαδότης (ο) # κερματιστής (ο) # κερμοδότης (ο) # τραπεζίτης               

κόπτω     

κτυπώ # πλήττω # πληγώνω # αποκόπτω # κρούω # τέμνω # κόβω # κόφτω # σφάζω # κοπανίζω # σφυροκοπώ # κόβω νόμισμα # κομματιάζω # τρυπώ # ενοχλώ # στενοχωρώ # βασανίζω #   κόπτων κεφαλή!!!   κόβω             

κουσούρι    

στρατιωτική φρουρά                 

κούτσιος     

σκυτάλη, η   κουτσος             

κούφιος         ανακουφίζομαι # ανασαίνω # ξαλαφρώνω # ξανασαίνω # ξεφορτώνομαι # παρηγορούμαι,   υποστήριγμα # ελάφρωση # ελάφρυνση # ξαλάφρωμα # ξελάφρωμα # ανασασμός # ανακούφιση # παρηγοριά # εγκαρδίωση, το    ανακουφίζων # ανασηκώνων, ο    ελαφρυντικός # ανακουφιστικός,  

κρατερόδους            

ισχυρός # δυνατός # ρωμαλέος # γερός # στερεός # βίαιος # σκληρόκαρδος # σκληροτράχηλος,      ισχυρός πολύ,   κρατύνω # δυναμώνω # ισχυροποιώ,

κρονικώς      

του Kρόνου,               

κρώπος          

υδρία, ο      κράζω       

κυκλώ                    

περικύκλωση # κύκλωση # ζώσιμο τριγύρω, η – εξ αυτής η αγγλική λέξη cyclosis – λατινικά conclusio    αγκαλιάζω # ζώνω # περιβάλλω # περικυκλώνω

κύκλω                        

κυνόστομον             

γυμναστήριο στα ανατολικά των Αθηνών όπου πήγαιναν τα νόθα παιδιά των Αθηναίων, το   αστερισμός της Μικρής Άρκτου # ακρωτήριο Σαλαμίνας, η – εξ αυτής η αγγλική λέξη cynosure  λαγωνικό (είδος από τα Κυνόσουρα της Λακωνικής) # αστερισμός της Μικρής Άρκτου,( ἀστερισμός τοῦ κυνός;;;) η Εκάτη, η   Εκάτη, η  κυνόδους (ο)

κυνώ     

όμοιος με σκύλο #   Ερινύες,    κυνηγός    καταδίωξη   διώξιμο # δίωξη   αγρεύω # αναζητώ # διώχνω # θηρεύω # κατατρέχω # ψάχνω   

κύων       σκύλος # σκυλί # σκύλα # αναίσχυντος # άγριος και φορτικός άνθρωπος # πιστός φύλακας # φώκια # ψάρι (σκυλόψαρο) # ξιφίας # Σείριος (άστρο) # άτυχη ζαριά # κακή ζαριά # χαλινός της πόσθης # αστράγαλος ίππου # σπασμός # κυνικός φιλόσοφος, ο και η κύων – του κυνός – τω κυνί – οι κύνες – των κυνών – τοις κυσί τους κύνας   Κυων αστρο…Κύναστρον (το) # Κύναστρος (ο               

λειωτέον        

πρέπει να εξομαλύνουμε     λειανση λειαίνω        

λευκαθέω            

λεύκανσις (η)    άσπρισμα # λεύκανση     

λούτσος    

λουτρό                  

λυκόπους   

παρατσούκλι των Αθηναίων # δορυφόροι βασιλιάδων και τυράννων, οι  λυκιδεύς  λυκόπουλο                

λυκόσκυλλο        

φυτό που λέγεται και σησαμοειδές μέγα           

ματθόπουλος                  

μεταλαμβάνω    

λαμβάνω μέρος # μετέχω # απολαμβάνω # παίρνω έπειτα # λαμβάνω έπειτα # διαδέχομαι # παίρνω ως αντάλλαγμα # ανταλλάσσω # μεταλλάζω  μεταλαβαίνω # μετέχω          

μοναστηρακίου      

ερημίτης # καλόγερος # μοναχός # μοναστής, ο          

μονοπώλιον    

μονοπώλιο # αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης ή κατοχής ορισμένης ιδιότητας # δικαίωμα αποκλειστικής πώλησης από ένα μόνο οργανισμό # τραστ # υπηρεσία που διαχειρίζεται μονοπωλιακά είδη, το – εξ αυτής η αγγλική λέξη monopoly – η ιταλική monopolio – η γαλλική monopole               

μονόχροος        

ενός χρώματος # μονόχρωμος # που έχει ένα μόνο χρώμα,           

μονωτί    

μεμονωμένα # μοναχικά     απομονωτικός # διηλεκτρικός # δυσηλεκτραγωγός              

μουστακαλής      

μουσταλευριά, τα   μουστάκι, το  μουστακοφόρος # μυστακοφόρος       

μπαταλιάζω           

ανατροπή (η)  μπατάλης (μαχητής)     

μυροτόκος     

αναβλύζω μύρο που αναδίνει μύρο,    μοσχάτος # μυροβόλος          

μώλυ           

μυθικό φυτό με μαύρη ρίζα και άσπρο άνθος αντιφάρμακο για τα μάγια της Κίρκης # σκόρδο, το – εξ αυτής η αγγλική λέξη moly κατακουράζω # ξεθεώνω # ξεπατώνω # προκαλώ κομμάρα ή χαύνωση # καταπονώ # ξεκατινιάζω # ξεκωλώνω # ξεπλατίζω # παραβαρύνω      μωλωπες στό κεφάλι    αιμάτωμα   

νησώδης        

νησιώτικος # που ανήκει ή αναφέρεται σε νησί ή σε νησιώτες # που αποτελείται από νησιά # που προέρχεται από νησί,    σχηματίζω νησί # μεταβάλλω σε νησί,   φύλακας νησιού       

νυκτονόμος   

νυκτόβιος   νυχτοπερπατητης             

νυμφίος   

γαμπρός # νιόγαμπρος                   

νύμφιος                      

νώτον    

ράχη # πλάτη    μετόπισθεν # οπίσθια # πλάτη                

ξανθωπός       

ξανθός στην όψη,          επίξανθος (επίθετο δικατάληκτο) # ξουθός (επίθετο τρικατάληκτο και δικατάληκτο – λατινικά flavus & russus)  ξανθοπώγων      

ξάνθωπος                     

ξεφλούδας  

αλλαγή # ανταλλαγή # μεταλλαγή # αντάλλαγμα # ανταπόδοση # ανταμοιβή # αποζημίωση # ποινή # τιμωρία # πληρωμή του χρέους # πληρωμή ποινής # πληρωμή # εξόφληση # ξεπλήρωμα # εκδίκηση # απόκριση # απάντηση # αλλαγή νομίσματος, η – εξ αυτής η αγγλική ameba & amoeba

ξελεπίζω # αφαιρώ τα λέπια ή τις φολίδες # ξεφλουδίζω # αποφλοιώνω # καθαρίζω # βγάζω κόρα ψωμιού,   # ξεφλουδίζω # αποφλοιώνω κριθάρι ή άλλο δημητριακό με κοπάνισμα # αλέθω χοντρά σε μύλο κριθάρι ή άλλο γέννημα # αλέθω,    ανταπόδοση # αποπληρωμή # ποσό εξόφλησης,   πληρώνω ποινή ή πρόστιμο # επιβάλλω ποινή σε κάποιον # πληρώνω # αποπληρώνω # ξεπληρώνω # εξοφλώ, ρήμα   πληρωμή # εξόφληση ομολογίας # περιγραφή # διαγραφή δίκης # συνθήκη #   διόρθωση # επαναφορά στην ορθή θέση # αποκατάσταση # επωφελής διάταξη # εξόφληση χρέους # διορθωμένη έκδοση συγγράμματος   τράβηγμα ξίφους # ξεσπάθωμα, η   ανασκευάζω κατηγορία   πληρωτής χρεών, ο   αναγκαίο # πεπρωμένο # ειμαρμένη # θάνατος το πρέπον, το

ξυστρίς     

ξύστρον # ξέστρο # ξέστρα # εργαλείο ξυσίματος # στλεγγίς # ράβδωση κίονα, η                 

οθωμανικός   

παραδοχή ξένων εθίμων, ο διευθέτηση # τάξη # ευταξία # τακτοποίηση # ευπρεπισμός # νοικοκύρεμα # σιάξιμο # συγύρισμα # αγάπη για την τάξη,  μηνίσκος # μήνη # μισοφέγγαρο # ημισέληνος # κάθε σχήμα ή αντικείμενο που μοιάζει με μισοφέγγαρο             

όλοφυς     

φλύκταινα # φυσαλίδα # φουσκάλα εξανθήματος ή εγκαύματος, η   ολοφύρομαι     θρηνώ # οδύρομαι # ολολύζω # σκούζω          

ολοχρόνιος      

διαρκών όλο το χρόνο         χρυσός    μονόχρωμος

ομόχρονος       

σύγχρονος # που έχει την ίδια χρονική διάρκεια με άλλον # ταυτόχρονος,    σύγχρονος # ταυτόχρονος        

ονόφυλλον               

δόξα # επωνυμία # ονομασία # φήμη     ονοματίζω # ονοματοθετώ # χαρακτηρίζω   ονοματοποίηση

οξυτόρος     

αιχμηρότητα # αψάδα # βιαιότητα # δηκτικότητα # δριμύτητα # οξυδέρκεια # σφοδρότητα # άψη # ένταση                

ορθοτριχία   

σήκωμα των τριχών # ανατριχίλα, η    ακρίβεια (η) # αλήθεια (η) # ευθύτης (η) # ιθύτης (η) # καταλληλότης (η) # ορθοσύνη (η) # ορθότης (η)     ορθοτροπία       

όσσω     

βλέπω # προβλέπω # σκέπτομαι # προμαντεύω # προμηνύω #   έλαμπαν τα μάτια του φοβερά κάτω από τα βλέφαρα,    λαμπερά μάτια             

όστρυς       

δέντρο με ξύλο σαν της οξιάς, η -   απελασία (η) # απέλασις (η) # εξοστρακισμός (ο)    νοτιάς # νότος         

οφρύς    

φρύδι # οφρύς # σημείο αγερωχίας # ύψωμα # λόφος # όχθη ποταμού, η – λατινικά supercillium                    

οψονόμος    

επιστάτης στην τιμή και ποιότητα φαγητών ή ψαριών,                 

οψοποιός    

κατασκευάζων φαγητά,  μάγειρος    ντουλάπι # οψοθήκη           

παλίρροχθος      

ρέω εμπρός και πίσω καθώς ή θάλασσα στη παλίρροια # κυμαίνο     παλιρροιογράφος   ρόχθος # πάταγος κυμάτων # βοή # ήχος καταρράκτη    

παράπηχυ           

φόρεμα γυναικείο λευκό με πορφυρή ούγια στα δύο μανίκια # φόρεμα γυναικείο λευκό με πορφυρά τα δύο πλάγια, το          

παραπληρόω    

παραγεμίζω # γεμίζω ως επάνω # παραγιομίζω # υπερπληρώνω # συμπληρώνω # απογεμίζω,    αναπλήρωμα (το) # παράβυσμα (το) # πάρεργον (το) #         

παραπρολέγω   

αμελώ προθεσμία      παραμέληση προθεσμίας    δέχομαι αστόχαστα     προσποίηση # επιτήδευση # εκζήτηση,προσωπείο # προσωπίδα # μουτσούνα # μάσκα  εξώπροικο # πανωπροίκι

παροικοδομέω         οικοδομώ δίπλα # χτίζω κάτι δίπλα # φράζω με χτίσμα      πελάστης (ο) # πελάτης (ο) # πλήτης (ο – ιωνικός τύπος της λέξης πελάτης) # προσπελάτης  παροικια ἀποικια

παρυποδείκνυμι     

δείχνω με τρόπο # δείχνω λίγο και συγχρόνως με κάτι άλλο          

πατροφεγγής   

φωτιζόμενος από τον πατέρα        πατρικός # πατροπαράδοτος # πατρώος       

πεζοβατέω     

πεζοπορώ # βαδίζω # οδοιπορώ               

περινευρίτις       

κλίνω ή κάμπτω σε άλλο μέρος ιδίως πλάστιγγα # ρέπω # κλίνω # γέρνω    νευρείλημα      

πίπτω        

απαλλάσσομαι από τα κακά, έκφραση     πέφτω σε κάτι # εφορμώ # επιπίπτω # εισορμώ # εισβάλλω # πέφτω ορμητικά # προσπίπτω #           

ποδηγετώ     

οδηγώ # καθοδηγώ # προπορεύομαι και δείχνω το δρόμο # παιδαγωγώ # εκπαιδεύω,    καθοδηγητής # αρχηγός # οδηγός # παιδαγωγός # δάσκαλος     καθοδηγώ # οδηγώ # παιδαγωγώ       

ποικιλόμορφος    

ποικίλος στη μορφή # ποικιλόχρωμος # διαποίκιλτος # ιριδωτός # παρδαλός # ποικίλος # πολύχρωμος # ποικιλόγραμμος # πολύμορφος, επίθετο   ανομοιόμορφος # ποικιλόγραμμος # ποικίλος # πολύμορφος         

ποικιλόμουσος     

ποικιλία μορφών ή σχημάτων # ποικιλομορφία # ανομοιομορφία, η      ποικίλος στη μορφή # ποικιλόχρωμος # διαποίκιλτος # ιριδωτός # παρδαλός # ποικίλος # πολύχρωμος # ποικιλόγραμμος # πολύμορφος     

πολύπτολις        

αποτελούμενος από πολλές πόλεις, ο και η     πολυβασανισμένος     γερόλυκος # έμπειρος # ξεσκολισμένος # παλιός # πολύξερος # πολύπραγος πολυταξιδεμένος  πολυποίκιλος # πολυσύνθετος # πολυσχιδής

ποταείδω     

τραγουδώ ακόμη # συνοδεύω τραγουδώντας # ψάλλω μαζί # ακομπανιάρω # σιγοντάρω # συμφωνώ, ρήμα – δωρικός τύπος της λέξης “προσαείδω”  αποταμιεύω # αποχτώ       ποτάμι # άφθονα    ποταμηδόν # ποταμός  (ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΕΙΣΘΕ ΕΣΕΙΣ;;;;) 

ποτιστρίς      

ποτίστρα # μέρος που πίνουν τα ζώα # σκαφίδι ποτίσματος ζώων   νεροκράτης           

προεπινοέω       

διανοούμαι προηγουμένως # στοχάζομαι από τα πριν,    προπαρασκευάζω (ρήμα – λατινικά praeparo)      προετοιμάζω  προεργασία

πρόκλυτος          

προ πολλού ακουστός # από παλιά φημισμένος # θρυλικός # μυθώδης # περίφημος # ξακουσμένος # ξακουστός    ερεθισμός # προβοκάρισμα      

πρόστροπος     

στρεφόμενος ως ικέτης # αποτεινόμενος με ικεσίες, προστρεξη γιά συνδρομή βοηθείας   προστριβή    συρρέω   διαμάχη # διένεξη # σύγκρουση # φιλονικία

προσφίλιος        

φιλία σε κάποιον # ευμένεια προς κάποιον, η   αγαπητός εξαιρετικά # πολυαγαπημένος εξαιρετικά,    αγαπητός # αξιαγάπητος # φιλόφρων # ευγενής # αγαπημένος # πολυαγαπημένος # φίλτατος # φίλος,   αφοσιώνομαι σε κάτι με ζήλο # αμιλλώμαι # ανταγωνίζομαι # συναγωνίζομαι # ασχολούμαι με ζήλο, μελετώ επί πλέον φιλοσοφικά # φιλοσοφώ επίσης # εξετάζω φιλοσοφικά # σπουδάζω φιλοσοφία κοντά σε κάποιον,

πρόωρον   

πρόωρος # άγουρος # άκαιρος # πάρωρος # πριν από την ώρα του # αγίνωτος # αμέστωτος # ανώριμος # άωρος, πρόωρο ἄνθισμα πρόωρο φυτρωμα προωρος 

τοκετός     

άγουρος # άκαιρος # πάρωρος  τόπος κατάφυτος με φτελιές, ο            

πτελεών      

φτελιά                

πτελέων                      

πυουλκός   

τραβών το πύον   χειρουργικό εργαλείο για αφαίρεση πύου από το βάθος πληγής               

ρουχικό  

ροή # ρεύμα # χείμαρρος # ρεύση #κοκκινωπός # πυρρός # ξανθοκόκκινος # ρούσος,ποταμός    ρόφημα # καθετί που πίνεται ως θερμαντικό ή πρόγευμα    ιματιασμοί (οι) # ιματισμός (           

ρυφός    

ρουφώ # καταπίνω ρουφηχτά # μυζώ, ρήμα – ιωνικός τύπος της λέξης “ροφέω”                    

ρωρός       

σφοδρός,  ασχέδωρος (ο) # έρραος (ο) # κάπρος     αγραυλής (επίθετο δικατάληκτο) # άγραυλος (επίθετο δικατάληκτο) # αγρείος (επίθετο τρικατάληκτο) # άγριος (επίθετο τρικατάληκτο) # αγροδίαιτος (επίθετο δικατάληκτο) # αγροίκος (επίθετο δικατάληκτο) # άγροικος (επίθετο δικατάληκτο) # αγρόνομος (επίθετο δικατάληκτο) # αγρότερος  ἀδιαθετος  αδυναμος   αιχμαλωσια   αμοιβη σε γιατρο για θεραπεια αρρωστου  αναλαμβανω δυναμεις μετα απο αρρωστια  αναχαιτιζω  γιγαντωνομαι

σκορπώ    ο του σκορπιού,  εξοργίζω # εκνευρίζω   φάρμακο κατά του δαγκώματος του σκορπιού     γεννημένος στο ζώδιο του Σκορπιού,   σκορπιός (αστερισμός), ο   σκορπίζω   

σουλφο      

εσύ μόνος σου,   σουβλίζω # οβελίζω # περνώ κρέας στη σούβλα # τρυπώ με σουβλί # ψήνω στη σούβλα # διατρυπώ,  φοίνικας, η   εφορμώ # επιτίθεμαι # κάνω επίθεση # τρέχω # ορμώ # σπεύδω # βιάζομαι   λατρευόμενος στο Σούνιο,  Ποσειδώνας, ο  από το Σούνιο, επίρρημα  σφοδρή κίνηση # θυελλώδης κίνηση # ορμή # φόρα  κρίνος # ίριδα # κρίνο # κρινολούλουδο # λείριον, το  καμωμένος από κεχριμπάρι # κεχριμπαρένιος   διώκω # καταδιώκω # κυνηγώ # φυγαδεύω # παρακινώ στην καταδίωξη # παρορμώ # παρακινώ # εξωθώ # φοβίζω # σκιάζω,

σοφοποιός    

που καθιστά κάποιον σοφό # που δωρίζει τη σοφία, πολύνους (επίθετο δικατάληκτο) # σοφικός (επίθετο   σοφος στη ζωη            δάσκαλος # ελλόγιμος # έξυπνος # εύστοχος # μυαλωμένος # παντογνώστης # πεφωτισμένος # πολυμαθής # προφέσορας # συνετός

σπερχειός      

οργίζομαι με κάποιον   απόγονος (ο) # απόπτυστος δρόσος (έκφραση) # γονή (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη gonad) # γόνος (ο – εξ αυτής το πρόθεμα gono- & gon- η κατάληξη   σπερματικος  σπερνω      

στελέχιον     

επανδρώνω # στρατολογώ   

στούπρον   

στοα οικοδόμημα επίμηκες στηριζόμενο σε κολόνες # στοά # στύλος # κίονας # γαλαρία # θολωτός διάδρομος με κολόνες # νάρθηκας εκκλησίας # κελάρι # αποθήκη σιτηρών # υπόστεγο # πολιορκητική μηχανή (είδος), η – εξ αυτής η αγγλική λέξη stoa             βρίζω # λοιδορώ # ονειδίζω # προσβάλλω # σιχτιρίζω,  στόμα φουσκωμένο # μεγαληγορία # κομπασμός # καύχηση # κόμπος # στόμφος # φανφαρονισμός # μεγαλοστομία  συσσώρευση # επισώρευση # στοίβαγμα, στούπωμα # βούλωμα # απόφραξη # έμφραξη # στοά μικρή, το  πρώτες αρχές των επιστημών # βάσεις των επιστημών # στοιχεία των επιστημών # στοιχεία # στοιχειώδη # στοιχειώδεις γνώσεις # βάσεις,    γη και νερό, τα   στοιχειώδης # θεμελιώδης # αλφαβητικός, στοιχειωδώς # ουσιωδώς # βασικά # πραγματικά,  στόλαρχος # αρχηγός στόλου # ναύαρχος,πλέω συντεταγμένα (για στόλο ή μοίρα στόλου),ετοιμασία εκστρατείας (θαλάσσια ή στη γη) # προπαρασκευή # εξοπλισμός # εκστρατεία # αποστολή # πορεία # πομπή πανηγυρική # λιτανεία # εκστρατευτικό σώμα # στόλος # ναυτική δύναμη μιας χώρας # ομάδα πολεμικών πλοίων # πλήθος # λαός # ταξίδι # έμβολο πλοίου # καυλός # κοτσάνι # στολή,στόμα # πρόσωπο # λόγος # στόμιο # άνοιγμα # εκβολή # είσοδος (λιμανιού) # χαράδρα # φαράγγι με ποτάμι # έξοδος # είσοδος # πάροδος # πόρος # πέρασμα # αιχμή όπλου # οξύ άκρο όπλου # κόψη ξίφους # μέτωπο στρατού # προφυλακή,έχων όμορφο στόμα # ευφραδής # εύγλωττος # γλυκύφωνος   στεναγμός # αναστεναγμός # βογκητό # θρήνος # στέναγμα # στεναξιά # στοναχή # στόνος # θρηνωδία # κλάμα # οδυρμός,σημάδεμα # σκόπευση # ύπαρξη στόχου # προμελέτη # επίνοια # σκέψη # εικασία # δοξασία # συμπερασμός # γνώμη,πρέπει να βάλουμε στόχους ή να στοχαστούμε πως     κατάλληλος να πετυχαίνει ή να βάζει στόχους # συμπεραίνων # εικάζων # συμπερασματικός # στοχαστικός # που προκύπτει από λογική σειρά συλλογισμών,βουλώνω # στυπώνω

στρους     

στρουκτουρα  δομή (η)                 

συμπόσιος  

όμιλος συμποτών # συμπόσιο # ευωχία # αίθουσα συμποσίων   συμποσιο διδομενο στο λαο   εστίαση # τσιμπούσι # φαγοπότι            

συνεξελευθέρα   

απελευθερωθείς μαζί # απελεύθερος επίσης             

συνθυσία     

θυσιάζω συνάμα   συνθεση …συνηγοριας στο δικαστηριο  δικαστήριο # τόπος διεξαγωγής δίκης # σύνολο δικαστών προσερχόμενων να δικάσουν  νέα πόλη # μετοίκηση σε νέα πόλη,        

συνοικισμός   

κατοίκιση κάποιου τόπου με νέους κατοίκους # αύξηση πληθυσμού πόλης με εγκατάσταση νέων κατοίκων # αποικισμός # αποίκιση # εγκατάσταση σε νέα πόλη # μετοίκηση σε νέα πόλη,                       

συντριβής        

που συντρίβει # που θρυμματίζει # συντρίβων   κατασύντριψη # κατατρόπωση # κατάπτωση # κατάρρευση         

συρματόπλεγμα   

σκούπα, η   κοπριά, η  σχήμα”) # σχήμα        

συρτός   

συρόμενος # κατεβασμένος όπως ή λάσπη ποταμού # πλυμένος (για μεταλλικό ορυκτό  συρτός (χορός), ο  μακρύ θεατρικό φόρεμα, ο   σέρνοντας             

σώος 

σώος # υγιής # σωστός # ακέραιος # αβλαβής # απείραχτος   ακατάστρεπτος # ακέραιος # ολομελής                     

τετράδυμον    

γεννημένος με άλλα τρία αδέρφια μαζί, ο -  τετραδα ριζα και πηγη των παντων τετρακτύς (η) # τετράς (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη tetrad)             τετραδραχμο τετραδραχμο νομισμα της Αθηνας   τετραπλάσιος

τρίκουρος    

που κουρεύεται τρεις φορές το χρόνο # που κουρεύεται κάθε τρία χρόνια,   τρικουβερτος             

τροφικός      

τρέφων # ο της τροφής # ο της εκτροφής # θρεπτικός,  άλφιτον (το) # βίου τροφαί (αι) # βίου τροφεία (τα) # επισίτησις (η) # τρόφιμα (τα)             

τρυσός        

εύθρυπτος # εύθραυστος # μαλακός # τρυφερός,    κελάηδημα # τερέτισμα           

τυλοπλόκος   

κάλος # ρόζος # όζος # ρόζος δέρματος από νεκρωμένο ιστό # καμπούρα καμήλας # εξόγκωμα # τύλος # ξυλοκάρφι # πούτσος # ακουμπιστήρι # στήριγμα # βλεφαρίδα, μαξιλάρι πουπουλένιο     ρόζος          

τυροκόμος   

φτιάχνω τυριά # είμαι τυροκόμος,                 

τυροξόος   

που ξύνει τυρί  τυροψωμο                

τύρσος    

πύργος # πύργος πάνω σε τείχος # έπαλξη # οχύρωμα # φρούριο # πόλη οχυρωμένη # οχυρό  τυρρανικη εξουσια   τυρρανοκτονος  τυρρανικος     τυρρανος αντιπαλος του βασιλια           

υμνοβρυής   

γεμάτος ύμνους     ανυμνώ # εγκωμιάζω # εξυμνώ            

υπέρλεπτος  

λεπτός εξαιρετικά   υπερπερίλαμπρος (επίθετο δικατάληκτο) # πανυπέρλαμπρος ολόλαμπρος # περιλαμπής # περίλαμπρος             

υποδρηστήρ   

υπηρέτης, ο   υποδαυλιζω την φωτια   υποδειγμα υποδειγματικος  υποδυκνειω   υποδεχομαι φιλικα τους παντες και τα παντα    υποδηματοποιος 

υπόκυλος   

κάτω βλέφαρο # μέρος του προσώπου κάτω από τα μάτια υποκλίνομαι # υποτάσσομαι                 

υποτονικός   

δοκάρια που βαστούν τη στέγη, τα    αδύναμος # αναιμικός # ασθενικός            

υπότοπος   

ύποπτος # καχύποπτος # φιλύποπτος,    αδύναμος # αναιμικός # ασθενικός              

ύστρος               

σκαντζόχοιρος # ακανθόχοιρος, ο   μαστίγιο από γουρουνότριχα # ασθένεια του ίππου # σκαντζόχοιρος,    υστατο ασμα ετοιμοθανατου ποιητη   υστατος   υστεροβουλος 

φθογγογραφία    

φθόγγος # φωνή (ιδίως του ανθρώπου) # ήχος # φωνή # κραυγή # φωνήεν, ο             

φιλόμυρον   

αγαπών τα μύρα # αγαπών τα μυρωδικά,    φιλομαθεια φιλομουσος φιλομοχθος             

φιλοπότις    

φιλοπολεμος               

φορμύλιον       

διαμορφώνω # καλουπώνω             

φορτικός  

ο του φορτίου # ο της μεταφοράς φορτίου # σηκώνων βάρος # βαρύς # επαχθής                   

φόρυς  

δακτύλιος του πρωκτού # κωλοτρυπίδα,  ανακατώνω # ζυμώνω # σμίγω # χρωματίζω # λερώνω # μολύνω φοροι φορολογηση   φορτονωμαι υπερβολικα   φορω             

φραντζέζικος  

διάφραγμα της καρδιάς από τους πνεύμονες # περικάρδιο # διάφραγμα # καρδιά # νους # νόηση # διάνοια # πνεύμα # ψυχή # αντίληψη με το νου # ικανότητα για σκέψη # λογισμός # μυαλό # οξυδέρκεια # φρένα # φρόνηση # λογική # θέληση # σκοπός  βάζω γνώση σε κάποιον # σωφρονίζω # διδάσκω # νουθετώ # δασκαλεύω,             

φρύξις   

κάτοικος της Φρυγίας, ο     φρυγανια φρυγανιζω  καβουρντίζω # ξεροψήνω # φρυγανίζω              

φτού                         

φυγαρσενία    

φυγαδευση φυγαδευω               

φυρός 

συναναστρέφομαι,                       

χαλκιδεύς      

κάτοικος της Χαλκίδας – ήσαν περιβόητοι για την τσιγκουνιά το              

αττηνία     

ποθώ # λαχταρώ # επιθυμώ πολύ                

χοροποιός   

καταρτίζων χορό # διοργανωτής χορού # ηγέτης χορού # χορηγός                 

χους   

χώμα                      

ωμόλινος   

φτιαγμένος από ωμό λινάρι ή γερό πανί,                  

ωρητανία     

βλάβη ή ακρωτηριασμός των μελών ή αισθήσεων # σακάτεμα # τύφλωση, η     

  785          

αγάσυλλον         

φυτό κομμεοφόρον ηράκλειον, η – όνομα φυτού   αγατός (επίθετο τριτόκλιτο) # αγητός (επίθετο τρικατάληκτο επικός τύπος) # αξιάγαστος (επίθετο δικατάληκτο) # αξιοθαύμαστος   αφέντης # δεσποτικός   ανυπέρβλητος # αξιοθαύμαστος # θαυμαστός # θαυμάσιος  

αδαμαντοθήρας         

σιδηρόδετος # δεμένος με ατσάλινους δεσμούς   που έχει σταθερή (ακλόνητη) βάση,    Ατρυτώνη (επίθετο θηλυκό)αδαμάντινος (επίθετο τρικατάληκτο – εξ αυτής η αγγλική adamantine – η ιταλική adamantino – η γερμανική diamanten) # αδαμάντιος (επίθετο τρικατάληκτο) # αδάμας   σκληροτράχηλος (επίθετο δικατάληκτο) # στερεός ἀδάμαστος ἷππος  διαμαντένιος # σκληρός

αθεόκριτος    

άθεος # άθρησκος # αλειτούργητος # ανεκκλησίαστος # αντίθεος # αντίθρησκος # αντίχριστος # άπιστος # αρνησίθεος # αρνησίθρησκος,     άθρησκος # αλειτούργητος         

άθεστος  

αστάθεια # ανικανότητα για ορθοστασία # αστασία # παρασπονδία # αθέτηση συμφωνίας # παράβαση συνθήκης # παρασπόνδηση # καταπάτηση # παραβίαση, η  ανομία # παρανομία, η   παρανόμως # παράνομα,  υπερμεγέθης # γιγάντιος # θεόρατος # πελώριος # τεράστιος # υπερφυσικός # απέραντος # αχανής # κολοσσιαίος # κυκλώπειος # ανείπωτος # ανεκλάλητος # απερίγραπτος # άρρητος # άφατος # πρωτάκουστος   αθήρ (ο) # άνθος (το – εξ αυτής οι αγγλικές λέξεις hydranth – anthemion & anther – το πρόθεμα & antho- και το επίθεμα -anthous) # άχνα (η – Δωρικός τύπος της λέξης άχνη) # άχνη (η) # αθεριστος αθέριστο λιβαδι    αθέτηση ορκου αθέτηση συμφωνιας     ἀθετω τόν ορκο μου  αθεσμοθέτητος

αϊδουλος      

σεβάσμιος # αξιοσέβαστος # σεβαστός # σεπτός # ντροπαλός # σεμνός # πολύτιμος # ξένος (επίθετο για ξένο  εύσπλαχνος # πονετικός # σπλαχνικός,   ντρέπομαι          

αιθιοπεύς      

τον αράπη κι αν τον πλένεις το σαπούνι σου χαλάς,  μιλώ ή φέρομαι ως Αιθίοπας,  αιθάλη (η) # αίθαλος (ο) # ανθρακιά (η) #  αιθήρ (ο – στα έπη του Ομήρου είναι θηλυκό – εξ αυτής η αγγλική λέξη ether & aether – η ιταλική etere – η γαλλική ether – η γερμανική Aether) # άνθεμον (το) # έαρ ή είαρ (το – αρχαία λέξη) # είαρ (το – βλέπε και έαρ) # επάνθημα (το) # κεφάλαιον (το)   αιθεριος Ζευς   αιθουσα ακροάσεων αιθουσα δικαστηρίων αιθριάζω (ρήμα) # απαιθριάζω (ρήμα – αντίθετο του συννεφέω = συννεφιάζω) # διευδιάζω (ρήμα) # εξευδιάω (ρήμα αιθριο   αιθριος   ευδία # λιακάδα # ξαστεριά  ανοίγω # ξανοίγω # ξαστερώνω # ξεσυννεφιάζω  γαλήνιος # εύδιος # καθαρός # ξάστερος

αμφαεικής       

στέκω γύρω και θαυμάζω    περιποιούμαι πολύ φιλικά,   αναφανδόν # δημοσίως # φανερά,    προφανής # καταφανής # πασίδηλος # φανερός  αναφλέγω # καίω # φωτίζω # φανερώνω # αναδεικνύω # ανακηρύσσω,  περιτρέχω # περιίπταμαι αμφιβάλλω (ρήμα – μέλλων αμφιβαλώ -αμφιλεγομενος  αμφιρροπος  πάλη η μαχη   αμφισβητουμενο χρηματικο ποσο σε δικη  αμφισβητω κάποιον στό δικαστήριο

αναζήτησις        

ερεύνα # αναζήτηση # ψάξιμο # επιζήτηση # επίμονη έρευνα # ζήτηση # ψαχούλεμα # διερεύνηση # αναδίφηση # ανασκάλευση, η       αναζητηση ιχνων…μεταλλων και νερου   εξέταση # επιζήτηση # έρευνα # ζήτηση # ψαχούλεμα # ψάξιμο # έρευνα  

αναντίλογος        

αναντίρρητος # αδιαφιλονίκητος # αδήριτος # αναμφισβήτητος # αναντίλεκτος          

ανισόγυνα     

που έχει άνισες γωνίες               

αντίθεσις      

εναντίωση # αντίθεση # αντιπαράθεση # διαφωνία # ασυμφωνία # διαφορά, η – εξ αυτής η αγγλική λέξη antithesis – η γερμανική Antithese – η γαλλική antithese – η ιταλική antitesi    εναντιότητα # εναντίωση # σύγκρουση          

απαλεξητικός   

βοηθητικός     απαλειφω    ακύρωσις (η) # απάλειψις (η) # απαλοιφή (η) # εξάλειψις (η) # εξαφάνισις (η) # εξαφανισμός  ἀπαλειψις χρεους    ακυρώνω # διαγράφω # εξαλείφω # εξαφανίζω # καταργώ # σβήνω  

απεριήγητος   

ανεξήγητος # απερίγραπτος # ανεκδιήγητος     ακάλυπτος # φανερός        αδέσμευτος # αναπαγόρευτος # ανεξάρτητος # ανεπιφύλακτος # απόλυτος # ασυνόρευτος # ασύνορος # ελεύθερος #  

αραβαντινός          

χορεύω,    αραποσίτι # αραπόσταρο # καλαμπόκι    

ασπροβάλτα      

λευκός # άσπρος  λευκοφορώ # ασπροφορώ    αστραποβολῶ       

αστεριγερίνα    

όμοιος με αστέρα,   αστερόεις # έναστρος # άστρινος # κατάστερος, τοποθέτηση αστέρων # αστερισμός # σύμπλεγμα αστέρων,ἀστερι που ανατελλει μπροστα απο τον Ωριωνα         

αστρολογία    

αστρομαντεία # μελέτη των άστρων # αστρολογία, η               

αυτόθε     

από το ίδιο μέρος # ακριβώς από εκεί # απευθείας # κατευθείαν # αυθορμήτως # οικειοθελώς # αφ’ εαυτού # αμέσως # παραχρήμα #  αυτόχρημα θεός # πράγματι θεός πραγματική θεότητα, η   αλτρουϊσμός # αυταπάρνηση # εθελοθυσία # ηρωισμός            

αχαρνηίδαι        

αχάρακτος           

βελλσίτης    

φέρων βέλη ή βλήματα, επίθετο    φαρέτρα # θήκη για βέλη, η  μαντεία που μέσα από μια φαρέτρα τραβούσαν βέλη με ονόματα πόλεων που επρόκειτο να πολεμηθούν, η     κατασκευάζω βέλη, ρήμα   ο θεός έριξε κεραυνό,  τοποθέτηση πολεμικών μηχανών # τόπος στησίματος πολεμικής μηχανής # βαλλίστρα # όπλο εκτόξευσης βελών, η  σφεντόνα που ρίχνει βέλη # βέλος τυλιγμένο με στουπί και πίσσα (για πυρπόληση), η βγάζω βέλος από πληγή   κατάλληλος για εξαγωγή βέλους από πληγή,  εργαλείο κατάλληλο για εξαγωγή βελών από πληγή  κάλλιστος # γενναιότατος # ο πιο τίμιος απ’ όλους # τιμιότατος # συνετότατος # φρονιμότατος # άριστος,  καλύτερα # πιο καλά # κάλλιο # καλλιά # κάλλια,πιο καλά να πεθάνεις μια φορά – παρά να σκέφτεσαι και να περιμένεις το θάνατο κάθε μέρα,   πάει καλύτερα # είναι καλύτερα,καλύτερα να σε επαινούν οι άλλοι παρά να επαινείσαι ο ίδιος, βελτιώνω # αναβαθμίζω # καλυτερεύω,άριστα,το κάλλιστο # το ηθικό αγαθό και το ωφέλιμο, το  καλυτέρευση # βελτίωση # αναβάθμιση # εξυγίανση, η  αυτός που βελτιώνει # διορθωτής,  κατάλληλος για βελτίωση # διορθωτικός  βάλανος (η και ο – εξ αυτής η αγγλική λέξη valonia) # δρύς (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη tree) # βελτιωνεται (γιά υγεια αρρωστου)  βελτιωνω απο κοινου βελτιωνω την κατασταση της πολιτειας

βίβαστος       

βατευτής # βαρβάτος # επιβήτορας # αναβάτης (για άλογο),              

βούβαρις        

αποστομώνω # μουγκαίνω             

γαρύπας      

βγάζω φωνή # μιλώ # εκφωνώ # λαλώ # ψάλλω # ανυμνώ  γαργαλιζω δυνατα               

γηφάγος     

που τρώει χώμα                 

γραμματικός    

ειδήμων και ερευνητής της γλώσσας # δάσκαλος στοιχειωδών γνώσεων # ασχολούμενος περί τη γραμματική # φιλόλογος, ο   ο των γραμμάτων του αλφαβήτου # γραμματισμένος # εγγράμματος # γραμματικός           

γραμμοάτομον    

δάσκαλος στοιχειωδών γνώσεων (ανάγνωσης και γραφής           εκτεινόμενος σαν γραμμή # σχηματισμένος σαν γραμμή, φωνογράφος

δαούτι    

φως # δαυλός # πυρσός # δάδα # φέγγος # λάμψη # φλόγα # λαμπάδα, το                   

δασκύλιον    

δασκαλε μου     δασκαλος που εισαγει στη μαθηση  των γραμματων             

δεκαγράμματος                

δερματένιος     

χρήμα προερχόμενο από τη πώληση δερμάτων ζώων θυσιών που έμπαινε στο δημόσιο ταμείο,κατεργασία δερμάτων, δερματεμπορία            

δημιουργικόν        

μετερχόμενοι πολιτικά έργα εκ του λαού, που ανήκει σε δημιουργό # αποβλέπων τα πολιτικά έργα,   γονιμώδης (επίθετο δικατάληκτο) # γόνιος (επίθετο δικατάληκτο) # γονόεις (επίθετο τρικατάληκτο) # εγκάρπιος (επίθετο δικατάληκτο) # έγκαρπος   γονιμότης (η)  γενεσιουργικός # γόνιμος # παραγωγικός # πλαστουργός

διακοπτικός         

κατάλληλος για αποκοπή ή κοπή, διακοπτω καποιον ενω μιλα       

δίαυρος         

γλυκοχαράζει # ξημερώνει,    λάμπω # φέγγω αμυδρά # υποφώσκω,  λαμπρός # φεγγοβόλος # διαφανής # ασυννέφιαστος # κρυσταλλένιος # κρυστάλλινος,   που εκλέγει από μόνος του αυτά που τον αφορούν   γνωρίζω κάτι στα σίγουρα # ισχυρίζομαι κάτι χωρίς αμφιβολίες, γεωργώ και σχηματίζω αυλάκια με το άροτρο,  παίξιμο αυλού μεταξύ διαλειμμάτων χορού # μονωδία αυλού,αγωνιστής του διαύλου, οάμπωτις και πλημμυρίδα, οι  

διενεργητικός         

ενεργώ # διενεργώ   διεξαγωγή # εκτέλεση # χειρισμός    

δίκτυνα      

αυτή που κυνηγά με δίχτυ # επίθετο της Αρτέμιδας και της κρητικιάς θεάς Βριτομάρτιδας # Άρτεμις, η   δίκτυον (το)  δικτυοειδής (επίθετο δικατάληκτο) # δικτυώδης          

διορατικός    

δυνάμενος να προβλέψει κάτι # οξυδερκής  προορατικός             

δίχαλκον    

νομισματική μονάδα της αρχαιότητας ίση με 14 λεπτά ή 2 χαλκούς ή 1/24 της δραχμής, το                 

δίχανον        

σε δύο μέρη # στα δύο # με δύο γνώμες # με διχόνοια # χωριστά # ξέχωρα,   σε δύο ίσα μέρη μετρώ, διαμερίζω # χωρίζω # κινώ κάποιον σε διχόνοια με άλλον # κάνω εχθρό #  δίχηλος # που έχει 2 χηλές,   χωρισμός σε δύο μέρη # διχοτόμηση # διαίρεση, η διαφορά (η) # διχογνωμοσύνη (η) # διχόνοια (η) # διχοστασία (η) # σχίσις (η – λατινικά scissio) # σχίσμα (το – εξ αυτής η αγγλική λέξη schism – η ιταλική scisma – η γαλλική schisme) # σχισμή (η) # σχισμός (ο)  διαφωνία # διχόνοια # διάσταση  

διχοινικία     

διχογνωμια διχονοια διχοτομημενος διχοτομω κατι              

δίχροα     

διπλό χρώμα, η  είμαι δίχρονος # έχω διπλό μέτρο χρόνου # έχω διπλό γραμματικό χρόνο,  που έχει δύο χρώματα            διετής # διχρονίτικος

δουρίας      

αιχμάλωτος,   αιχμάλωτος # δοριάλωτος  δουρειος ιππος   κοίλος λόχος (ο) # ξεστός ίππος (ο) # ξεστός λόχος (ο) # ξύλινος λόχος (ο) # πυκινός λόχος (ο)   ζυγός # σκλαβιά  οφειλή # χρέωση   

δύσροια        

κακή ροή των υποθέσεων # ατυχία # δυστυχία, η              

έκκροτος 

τραχύς # σκληρός # απότομος # εξαναγκασμένος # βίαιος   εκκρεμης δικη  εκκριση η προκληση εκκρισης ιδρωτα                

ελαιοκαθαρτήριον    

λαδάς # λαδέμπορος, ο    ελάα (η – αττικός τύπος της λέξης ελαία) # ελαία (η – εξ αυτής οι αγγλικές λέξεις olive  στενωπός # στενοποριά # στενό πέρασμα  ρέω δια μέσου στενού, πνοή ανέμου ανάμεσα από στενά περάσματα, ο   διαφάνεια (η) # διαφανία (η) # ενάργεια (η) # εναργότης (η) # καθαρότης (η) # καταφάνεια (η) # σαφήνεια (η) # σαφηνία καθαριότης (η)  σαφέως (επίρρημα) # σαφηνώς (επίρρημα) # σαφώς   σαφέως (επίρρημα) # σαφηνώς (επίρρημα) # σαφώς   διαφάνεια # ενάργεια # καθαρότητα # σαφήνεια   διαφανής # καθαρός # κατασταλαχτός # κρυσταλλένιος # κρυστάλλινος # λαγαρός # ξεκάθαρος # σαφής

ενδέχομαι   

αναδέχομαι # αναλαμβάνω # παίρνω επάνω μου # αποδέχομαι # παραδέχομαι # δέχομαι # επιτρέπω # ακροώμαι,    δυνατός (επίθετο δικατάληκτο και τρικατάληκτο) # δυνητικός     δυνατότητα # περίπτωση # πιθανότητα     πιθανόν # πιθανώς   

ενιαυθμός     

τόπος διατριβής # αναπαυτήριο   ενιαύσιος (επίθετο τρικατάληκτο & δικατάληκτο) # ενιαύτιος (επίθετο τρικατάληκτο) # ενιαυτός (ο) # έτος (το – εξ αυτής η αγγλική λέξη veteran) # λυκάβας (ο) # φέννος (ο) # φένος (ο) # ώρος (ο – εξ αυτής η αγγλική λέξη year)  ετήσιος # μονοετής         

εντόπιος     

εντός του τόπου ευρισκόμενος # ανήκων στον τόπο # εγχώριος # επιτόπιος # ιθαγενής    γηγενέτης (ο) # γηγενής (επίθετο δικατάληκτο & ουσιαστικό) # εγκώμιος (επίθετο δικατάληκτο) # εγχθόνιος (επίθετο δικατάληκτο) # εγχώριος (επίθετο δικατάληκτο & τρικατάληκτο) # έγχωρος (επίθετο δικατάληκτο – εξ αυτής η αγγλική λέξη enchorial) # ημεδαπός  ντόπιος          

έξοπτος     

ψημένος πολύ # καμένος # ξεροκαμένος,   εξοπλιζομαι και εγω με την σειρα μου     εξοπλιζω κρυφα      εξοπλιζω στρατευμα    εξοπλισμος και εφορμηση κατα του εχθρου   σκευή # εξόπλιση # εφοδιασμός

επακροατής       

ακούω προσεκτικά # ακροώμαι # ακροάζομαι # δέχομαι σε ακρόαση,   ακρόαση # υπακοή    ακριβής     

επικαταπίμπρημι         

καταπυρπολώ # κατακαίω # απανθρακώνω # αποτεφρώνω # περιφλέγω # καρβουνιάζω,    

επίτονος         

σκοινί της αντένας, ο     τεντωμένος # έντονος    επιτοκιο  εκλογή (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη eclogue – η ιταλική egloga – η γαλλική eglogue) # κεφάλαιον (το) # περίληψις (η – λατινικά comprehensio) # σύνοψις (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη synopsis – η ιταλική sinossi – η γαλλική synopsis)  ανακεφαλαιωτικός (επίθετο τρικατάληκτο) # απότομος   εντόπιος (επίθετο δικατάληκτο) # έντοπος (επίθετο δικατάληκτο) # επιχώριος  ετοιμόγεννη ανατολή  συντόμευση # σύντμηση  περιληπτικός # συνοπτικός # σύντομος τοπικός

επούριον                 

φυσώ ευνοϊκά (για άνεμο) # φυσώ πρίμα # πνέω με ευνοϊκό άνεμο,ούρια,   φυσώ ευνοϊκά (για άνεμο) # φυσώ πρίμα # πνέω ούρια # πλέω με ούριο άνεμο # πηγαίνω πρίμα # αρμενίζω πρίμα # ταξιδεύω με ευνοϊκό άνεμο # έχω ευνοϊκές συνθήκες # πλευρίζω με το καλό ενουράνιος (επίθετο δικατάληκτο) # ουράνιος 

ερβησσός          

χορεύω, κάτοικος Αραβίας, η   παιονία, το   δάσκαλέ μου, εβραϊκά – εξ αυτής η αγγλική λέξη rabbi  έτριξαν τα δόντια,μιμούμαι τους Άραβες  ο της Αραβίας # ο των Αράβων,το μεταξύ της γης και του Άδη σκοτεινό μέρος # σκότος # βαθύ σκοτάδι # ζόφος # θεοσκόταδο # τρισκόταδο # έρεβος # σκοτεινιά,έχων δυνατή φωνή (επίθετο του Βάκχου) # Βάκχος # Διόνυσος, ο   μεγάλη έχων ισχύ # πανίσχυρος # εξαιρετικά ισχυρός # παντοδύναμος # κραταιός # μεγαλοδύναμος, ο   ημέρα # μέρα # χρόνος # καιρός # εποχή # βίος # ζωή # ημέρα των γενεθλίων, η  κάνω κουλό # κουλαίνω # σακατεύω, ρήμα   κύμα # φούσκωμα του νερού σε θάλασσα ή λίμνη ή ποταμό # τρικυμία # παλμική κίνηση που μεταδίδεται από μόριο σε μόριο # κύμα αέρος # κύμα δυστυχίας # συμφορά # κύημα # έμβρυο # γέννα # βλαστάρι # αρχιτεκτονικό στολίδι (κυμάτιο),επιτήδειος στην ορειβασία,που βροντά στα βουνά # που κάνει να αντηχούν τα βουνά, ο   ορός # υγρό που απομένει μετά την πήξη του γάλακτος # υδατώδες συστατικό αίματος # τυρόγαλο # υγρότητα # ικμάδα, ορίζω # προσδιορίζω σύνορα # χωρίζω με σύνορα # οριοθετώ,   ρεύμα # ρους # ποταμός # ρυάκι # ροή,αρχίζω να αναλαμβάνω (από αρρώστια  που διαλύει το σκοτάδι # που διαλύει την ομίχλη ή την αντάρα, Βακχος  βροντοφωνος   γεννημενος απο το ερεβος

εριούς   

μάλλινος,                    

έρισσος      

φιλονικία # λογομαχία # μάλωμά # άμιλλα # αγώνας # ανταγωνισμός # αντιμαχία # αντιμέτρηση # έριδα # καβγάς # συνερισιά,φιλονικία μεγάλη και παραφορτωμένη,  σαλπίζων δυνατά, ο  μεγαλοδύναμος (επίθετο του Διός) # Δίας, ο    μάχη, η    πόλεμος, ο   καλά σπαρμένη γη, η  έχων μεγάλα και πολλά σταφύλια,   κρασί από ωραία φιλονικούμενος # αμφισβητούμενος,σταφύλια, ο   τέχνη της αμφισβήτησης και της συζήτησης # διαλεκτική,  αστεΐζομαι # χωρατεύω # πειράζω,

ερρινισμός      

άρωμα, το    ενρυθμικός (επίθετο δικατάληκτο) # ένρυθμος (επίθετο δικατάληκτο) # ρυθμικός     ενδύναμος    

έστιος       

εφέστιος # οικιακός,  Εστια    επίκεντρος  επικεντρώνω  υποδοχή   ανώγαιον (το) # ανώγεον (το) # ανώγεων (το) # δειπνητήριον (το) # οψοπωλείον (το) # οψοπώλιον   

ευμένειος       

αγαθότητα # καλοκαγαθία # κατανόηση # εύνοια # φιλοφροσύνη # ευσέβεια # συμπάθεια # προτίμηση # συμπόνια # ευωδιά,   εύνοια # συμπάθεια          

εύπλος     

καλό ταξίδι, χαιρετισμός   πλέω καλά # κάνω καλό ταξίδι, ρήμα Αφροδίτη (επίθετο για τα καλά ταξίδια που δίνει),  καλό ταξίδι # καλός καιρός για ταξίδι, η    αυτή με τις ωραίες μπούκλες ή κοτσίδες  πλέων καλά # ούριος # καλοτάξιδος # ευνοϊκός για ταξίδι,    ζάπλουτος # βαθύπλουτος # μυριόπλουτος # πάμπλουτος,  αρμονικός

εφέδρανον   

καθετί στο οποίο κάθεται κάποιος    εφεδρεια εφεδρικη στρατιωτικη δυναμις     επίτακτοι (οι        

έφηβος     

ηλικία του εφήβου, η                  

έφιξις       

πιάνω κάποιο πράγμα # βάζω χέρι # επιχειρώ # επιβάλλω # αρχίζω να κάνω κάτι  βραχνάς # εφιάλτης   φυτό κατά του εφιάλτη # παιονία # αλόη,   εντέλλομαι # παραγγέλλω # δίνω είδηση # αναφέρω      τα θυσιαζόμενα στα ιερά,  εξάπτω # διεγείρω # κάνω έφεση # εκκαλώ σε άλλο δικαστήριο, επιτυγχάνω # φτάνω κάπου # πετυχαίνω # παριστάνω 

προσιτός # κατορθωτός # δυνατός # μπορετός # πραγματοποιήσιμος # που μπορείς να τον φτάσεις,είναι δυνατόν,τρέχω έφιππος επάνω ή κατεπάνω # βατεύω,  δύο τάγματα ιππικού 1024 ιππείς, η  επιβήτορας, ο που μπαίνει πάνω σε ίππο # ιππικός # κατάλληλος για ίππο # ο των ίππων   προϊστάμενοι # διευθύνοντες # προεστοί # κατέχοντες την εξουσία,   καθιερώνω αγώνα προς τιμήν κάποιου,ερωτώ προς τούτοις # εξετάζω προσέτι,

 

ζήφος   

σκοτάδι # ζόφος # σκοτάδι βαθύ….  που διαλύει το σκοτάδι # που διαλύει την ομίχλη ή την αντάρα, ζω # είμαι ζωντανός # υπάρχω # ισχύω # διάγω # διαιτώμαι # ακμάζω # ανθώ # ζω και βασιλεύω # διαρκώ                  

ηδυλόγος         

καλλίφωνος # αηδονόλαλος # αηδονόστομος # γλυκόφωνος # γλυκύφωνος # καλλικέλαδος # ευφραδής # εύγλωττος            

θαλασσορόδικο   αυτός που διαβαίνει θάλασσα     εξουσιαστής της θάλασσας # κυρίαρχος των θαλασσών    ναυμαχώ # μάχομαι στη θάλασσα,   κυρίαρχη στις θάλασσες βασιλιάς της θάλασσας # θαλασσοκράτορας, ο – επίθετο του Ποσειδώνα  υδρόμελι φτιαγμένο με θαλασσινό νερό – μέλι και νερό της βροχής, το  διαπλέων τη θάλασσα # ποντοπόρος # ωκεανοπόρος # ναυτικός # ναυτίλος # θαλασσοπόρος   είμαι ναυτικός # κάνω ναυτικό εμπόριο # είμαι ψαράς,  φυλάσσω από τη μεριά της θάλασσας # φυλάσσω τη θάλασσα,μεταβάλλω σε θάλασσα # ανακατεύω (κρασί) με θαλασσινό νερό # μπάζω νερά (για πλοίο),

θαρρετός           

έχω θάρρος # δεν φοβάμαι # έχω πεποίθηση # εμπιστεύομαι  ξέθαρρος # τολμηρός        

θέαφος     

δαιμονίς (η) # δαίμων (ο – εξ αυτής η αγγλική λέξη daemon – γαλλική demon – γερμανική Damon – ιταλική demone) # δεά (η – δωρικός τύπος της λέξης θεά) # θεά (η – θηλυκό του θεός – εξ αυτής η αγγλική λέξη theophylline) # θέαινα (η) # θεή (η) # θεός    Φύσις (η)     Αθάνα (η – δωρικός τύπος της λέξης Αθηνά) # Αθαναία (η – δωρικός τύπος της λέξης Αθηνά) # Αθηνά (η) #  Περσεφόνη (η  Αρμονία (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη Harmonia   Φοίβη (η)  Νίκη (η)  ευρυάνασσα (η)  Υγίεια (η – εξ αυτής η αγγλική λέξη Hygeia)  Θέμις (η – της Θέμιδος) # )θεμιστύς (η -Νέμεσις (η)  Νείκη(ερις) (η)  Αυτοματία (η)  Ημέρα (η)  επιποντία (η) Ιασώ (η)  Χάρις (η – βλέπε Χάριτες)    επίνοστος (η) # εύνοστος (η) Μοίρα (η)(δυστυχια)  Παρήγορος (η) Πειθώ (η)  Σωτηρία (η)  Σωφροσύνη (η) Αυτοματία (η)  Πενία (η)   ευθυμία (η)   μούσα   κήρ (η – της κηρός -

θειοφαίνιον   

φανερωθείς από το θεό,   θεαμα θεανθρωπια  θεάρεστος            

θεμισκύρα 

τηρών τους νόμους # δικαιοκρίτης # επιτηρητής των δικαίων,                 άρχων νόμιμα # νομίμως κυβερνών, οσύνδικος (ο – εξ αυτής η αγγλική λέξη syndic) θεμις  δικηγόρος

θεμίσκυρα                    

θεόπλακτος      

πλάνη περί θεού, σχηματίζω θεό    πλάση θεού,        

θερμαστίον                   

ιουδαϊκός ο των Ιουδαίων, επίθετο εβραϊκός                  

ιστέος    

που πρέπει να γίνει γνωστό # που πρέπει να τον γνωρίσουμε    ορθοστατέω  σταθερός    ιστιοδρομῶ ἱστόρημα     ιστορια αναφεομενη σε γεγονοτα   ιστορια μυθολογικη    ιστορικη διηγηση  

καδούσιοι    

παιδιά που υπηρετούσαν στα μυστήρια των Καβείρων, οι                

καρβουνιαρικα      

μιλώ σαν βάρβαρος   απανθρακώνω       

κατασκελής  

κατάξερος # κάτισχνος # πολύ λιγνός # αδύνατος  κατασκευασμενος                

καχημερία     διάγων κακές ημέρες # αυτός που ψωμοζεί   αδυναμία # καχεξία            

κεκορεσμένος    

χορταστικά,                

κεραμοαλίτης        

χτυπώ κεραμικό για να ελέγξω την αντοχή του # δοκιμάζω # ελέγχω,         

κλαυδίνος    

παραπονετικός # κλαψιάρικος # πένθιμος # θρηνητικός # λυπητερός    κλαίω # κλαψουρίζω # σιγοκλαίω # θρηνώ,   θέλω να κλάψω # έχω διάθεση να κλάψω # αξιοθρήνητος # αξιοδάκρυτος # αξιολύπητος # δυστυχής # θλιβερός # λυπηρόςπαραπονούμαι     γέλιο και κλάμα μαζί # κλαυσίγελος    κλαίων για δείπνο # θρηνών στο δείπνο  κλαίων εξ αιτίας της μάχης, 

κλείστρον       

κλείθρο # κλειδαριά # κλειδωνιά # σύρτης # αμπάρα # μάνταλο, το   κεκλεισμένος # κλεισμένος # σταματημένος # σφαλιστός # σφραγισμένος          

κλέιστρον                    

κονδύλαρθρα       

Άρτεμις, η    ραπίζω # γρονθοκοπώ, κακοποίηση # μπουνιά # γροθοπατινάδα    αρμός οστού και ιδίως των δακτύλων # κλείδωση # κότσι # γρόνθος # γροθιά # χτύπημα με γροθιά # πρήξιμο # κονδύλωμα # σκλήρωμα  χαστουκίζω κάποιον,

κονιόμετρον   

πασπαλίζομαι # κυλιέμαι στη σκόνη # ετοιμάζομαι να παλέψω #   κονιορτοποιω            

κορκόδρυα          

αγριολάχανο ευτελές του γένους της αναγαλλίδος  κόραξ (ο   κορωνις   ακμή κολοφών (  ασχημονώ   μαθουσάλας # μακρόβιος

κοφινέλλο     

κοφινάς # καλαθάς # καλαθοποιός,               

κυζικηνός       

υποκείμενος σε παθήματα # ευαίσθητος # εκτεθειμένος σε πάθη   γιορτη στην κυζικο προς τιμη της Περσεφονης         

κύνερις     

δέρμα σκύλου # τομάρι σκύλου # περικεφαλαία από τομάρι σκύλου # περικεφαλαία # κράνος # κάλυμμα κεφαλής αγρότη # πλατύγυρο καπέλο για προστασία από τον ήλιο,    κυνηγι της καρεκλας  του χρηματος των αξιωματων των πουλιων  ..κυνηγιεμαι και εγω με την σειρα μου             

λακκαβίτσας   

ο από δεξαμενή,               

λεονταράκης    

λιοντάρι, το   λεονταρισμος           

λεύκινος           

καμωμένος από λεύκη # σχοινένιος  λευκος       λευκοτητα 

λιπαροτράπεζα       

πάχος # παχύτητα # πολυσαρκία # λαμπρότητα # στιλπνότητα, η   γόνιμος # εύφορος # λιγδερός # λιπώδης # παχύς      

λούπερκοι      

αρπακτικό όρνιο # γεράκι (είδος) # περδικογέρακο (είδος γερακιού), η   θερμίον (το) # θέρμιος (επίθετο τρικατάληκτο) # θέρμος (ο)      τυποσκόπιο # υφασματοσκόπιο     

λυσιπνεί             

αφήνων ελεύθερο το παιχνίδι,  απαλλάσσων από τα δεινά # ελευθερώνων από τις θλίψεις,    τονωτική αλοιφή (είδος  απαλλάσσων από τους κόπους # καταπαύων τους πόνους,    παυσίπονος

μακροπλαγκτόν       

πλεγμένος σε μήκος,         

μενουθιάς     

που αρμόζει να μένει # αρεστός στη ψυχή # ευάρεστος # ευχάριστος # άφθονος # που καταπαύει ή χορταίνει πείνα ή δίψα,  επιθυμώ σφοδρά # θέλω επίμονα πρόθυμος # φροντιστής,# απαιτώ # διανοούμαι # σκοπεύω # λογαριάζω # προτίθεμαι # σκέφτομαι # στοχεύω,  ισχύς # δύναμη # ρώμη # αλκή # ευρωστία # σθένος # σφρίγος # θάρρος # ορμή # θράσος # παραφορά # ζωική δύναμη # ζωντάνια # θαλερότητα # ζωηράδα # σφριγηλότητα # οργή # θυμός # μάνιωμα # μήνις # μπουρίνι # μάνητα # όργητα # πάθος # σφοδρότητα # φόρα       μάχονται με την ίδια λύσσα,   μένος ανυποχώρητο, 

μεταθετέον     

πρέπει να μεταθέσουμε              

μεταριθμιος       

συναριθμούμενος # εκτιμώμενος # συγκαταλογιζόμενος # συνυπολογιζόμενος        μεταρρυθμιζω μεταρρυθμιστικος  εκστασιάζω # εξυψώνω # μετεωρίζω   έκσταση # έξαρση

μινύειος      

μικρός # λίγος # βραχύς,               

μισαλλόδοξος    

μισών και μισούμενος αμοιβαίως,    αδιαλλαξία         

μονοπεριανθικός       

μονοσάνταλος,  αποπειρώμενος κάτι μόνος του # που βγαίνει στο κυνήγι μόνος του,    μονοπατι μονομερώς # μονόμπαντα

μύγματα     

βογκητό # μούγκρισμα # βρυχηθμός # μουγκρητό # μυκηθμός,    μυγα     ευαίσθητος # εύθικτος # μημουάπτου # οξύθυμος         

νεκροπομπός   

συνοδεύων στον Άδη τους νεκρούς # ψυχοπομπός     πεθαμένος # σορός # συχωρεμένος # άπνους # άψυχος          

νεόθαπτος          

θαμμένος πρόσφατα       νεο  βλασταρι   νεο οργωμα γης  νεο φαινομενο  νεολαια Ελληνων  νεοχτιστος νεοανθρωπισμος  νεογενης νεοελληνικος  νεοσυστατος

νεοκότος    

που έχει πρόσφατο θυμό # νεαρός # παράξενος    νεοκαθίδρυτος    νεοανθρωπισμος   νεογέννητος      

νεόκοτος                     

νεοτόκος      

νεογέννητος # αρτιγέννητος # νεογενής # νιογέννητος               

νεότοκος                     

νέφριον                      

νουκλεϊνικόν   

νουθεσια νουθετητικος     νους που τρεχει γρηγορα    οξυδέρκεια # ορθοφροσύνη # πνεύμα # σκέψη # σωφροσύνη # σύνεση # φρόνηση # φρένα  

ξέστρον    

πλάνη # εργαλείο λείανσης ξυλουργού # ροκάνι                  

οδρύσαι     

μέστωμα # ωρίμαση # ωρίμανση # γίνωμα # γούρμασμα # δέσιμο # ωρίμασμα, η    μεγαλόψυχος,    αδελέαστος # αδιάφθορος # αδωροδόκητος # ακέραιος # ανεξαγόραστος # αχρημάτιστος     ανθηρός # θαλερός # ανθισμένος # λουλουδιασμένος # λουλουδιστός # λουλουδάτος # λουλουδένιος # δροσερός #  δίνω αντίθετη διαταγή # δίνω διαταγές με τη σειρά μου # διαγωνίζομαι για δημόσια θέση ή λειτούργημα # θεσιθηρώ # επιδιώκω διορισμό σε καλή θέση # σπουδαρχώ,  δροσίζω αμοιβαία # ψύχω ολόγυρα αμοιβαία   πρέπει να ανταποδώσουμε # πρέπει να ενεργήσουμε δραστήρια,αντιποιούμενος κάποιου # διεκδικητικός # που προβάλλει αξιώσεις σε κάποιον # δραστήριος,αντιπολίτευση #εκτελεστικός # δραστήριος,στήριξη # έδραση # ενίσχυση # στήριγμα # υποβοήθηση # υποστήριξη,διανομή # απονομή # παροχή # απόδοση # διαίρεση # μερίδιο #που αποτελειώνει # που εκτελεί # τελειωτικός # τελεσφόρος # λυσιτελής # αποτελεσματικός # δραστικός # δυναμικός # ενεργητικός # καρποφόρος # λειτουργικός,ζωογονώ # ζωοποιώ # εμψυχώνω # δροσίζω,μάχη # πόλεμος # άμιλλα # φιλονικία # ανταγωνισμός # αντιμαχία # αντιμέτρηση #πληρωμή # εξόφληση ομολογίας # περιγραφή # διαγραφή δίκης #  # δωρεά χρημάτων  ξιφομαχία, η  ζωηρός # ζωτικός # ζωογόνος # ζωντανός # ευκίνητος #  διχόνοια # διαίρεση # διχασμός # διχογνωμοσύνη # διχοστασία # διάσταση απόψεων,   στεφανωμένος από το δόρυ (για νίκη) # περικυκλωμένος από δόρατα # νικηφόρος,Σπάρτη στεφανωμένη με δόρατα,όπλα του πολέμου # μάχη # πολεμιστές # στράτευμα #πολεμικό στράτευμα,μέλι που πέφτει από τον ουρανό σαν δροσιά, τογίνομαι τελείως Δωριέας # παραλαμβάνω δωρικά ήθη  εισπράκτορες εισφορών από τις συμμαχικές πόλεις στη διάρκεια των Περσικών πολέμων (διορισμένοι από τους Αθηναίους   πιο ενεργός # πιο αποτελεσματικός # πιο δραστήριος # πιο παραγωγικός,ενεχόμενος # μπερδεμένος # υποκείμενος σε κάτι # κρατούμενος σε κάτι στέρεα # υποτασσόμενος # ένοχος # δράστης ή συμμέτοχος επιλήψιμης πράξης # μη αθώος # ύποπτος ενοχής # φταίχτης,εργασία μισθωτή # μεροκάματο # ημερομίσθιο # μεροδούλι #δεκασμός # δωροδοκία # εξαγορά # λάδωμα # λουφές # # δημαγωγία # δωροδοκία,έτοιμος για θάνατο # πρόθυμος να πεθάνει για κάτι,έχων καλό αέρα # έχων υγιεινό αέρα,καλός οιωνός   ελεγκτικό συνέδριο # δικαστήριο όπου κατατίθενται οι λογοδοσίες των αρχόντων   μελωδικό άσμα # μελωδία, η   γενναιοψυχία # ευτολμία, η  γένος # φυλή # εταιρεία # αδελφότητα # όμιλος # συντεχνία # πολιτική διαίρεση του λαού – το τρίτο της φυλής παριλαμβάνον 30 γένη # συσσίτιο, η  θάνατοι στο πεδίο της μάχης,  διανέμω γαίες # καταμερίζω έδαφος   θεμέλιο # στήριγμα # κτίριο # οικοδόμημα # κατάστημα # στήριγμα της πόλης, το  αποκαθιστών την τάξη,προεδρία στη λαμπαδηδρομία,  δικαιοδότης # τιμωρός # κριτής # εκδικητής,τι κλεψιές έχουν κάνει με το δάνειο, έκφραση  ιδρυτής πόλης # κατοικίζων τόπο με αποίκους # ιδρυτής αποικίας # αποικιστής # άποικος # έποικος # μετανάστης # μέτοικος # οικιστής # κάτοικος, ο  χρονική διάρκεια οχτώ ετών, η    ορφικός # ο του Ορφέα, ΠΑΤΡΑ : πατρίδα # γενέθλια γη # γενέτειρα # κοιτίδα # μητέρα γη # πατρίς # τόπος της γέννησης # χώρα των πατέρων # πατρική καταγωγή # γενιά # οικογένεια # φάρα # πατριά # γένος # προέλευση από κοινό γενάρχη # συγγένεια μεταξύ πατέρα και παιδιών, η   δράστης # εκτελεστής # κατορθωτής # εργάτης # δουλευτής # έμπορος # πραματευτής # εισπράκτορας # εκτελεστής ποινής # εκδικητής   κρασί τραχύ στη γεύση (μπρούσκο) κόκκινο της Ικαρίας ή της Λέσβου (ή της Εφέσου ή της Σμύρνης ή της Καρίας) # κρασί κόκκινο μπρούσκο,  είμαι πρόξενος κράτους ή πόλεως # βοηθώ κάποιον ως πρόξενος # υπερασπίζομαι κάποιον ως πρόξενος # εκπροσωπώ κάποιον ως πρόξενος # παρέχω # χορηγώ # προξενώ # συνιστώ κάποιον # συστήνω # προξενεύω  που προσφωνεί # που απευθύνει το λόγο # που χαιρετά # που ασπάζεται # που μιλιέται από κάποιον # που προσφωνείται # που χαιρετίζεται # φίλος αγαπητός # αγαπητός # σύμφωνος # φιλικός,ο του Σοφοκλή, επίθετο   βιαστικός πολύ # επιμελής πολύ # δραστήριος πολύ # φιλόπονος πολύ # δίκαιος πολύ # ηθικός πολύ # εξαιρετικά καλός # σοβαρός εξαιρετικά # σπουδαίος πολύ # εμβριθής εξαιρετικά # εξαιρετικά αξιόλογος # σημαντικός πολύ # βαρύτιμος,   σοβαρότητα # εμβρίθεια # σπουδαιότητα # επιμέλεια # μεγάλη αξία πράγματος  προσπάθεια σύντονη για κατάκτηση πολιτικού αξιώματος,  κυνηγώ με σοβαρότητα κάποιο αξίωμα # θεσιθηρώ # επιδιώκω διορισμό σε καλή θέση # σπουδαρχώ # ποθώ με κάθε τρόπο να πετύχω αξίωμα,σπεύδω # βιάζομαι,σταθερότητα # στερεότητα # παγίωση # μονιμότητα #ήσυχη και σοβαρή αρμονία – εξέγερση όπου άντρες αντιμάχονται μεταξύ τους # διχόνοια # εμφύλιος πόλεμος # αλληλοκτονία # αλληλοσπαραγμός # αλληλοσφαγή,  ιδρυτής αποικίας μαζί με άλλους # συνιδρυτής αποικίας, ο  αλιευτική τέχνη # ναυτικός βίος #     θεοποιώ # κάνω κάτι θείο # αποθεώνω,θεμελιωτής # ιδρυτής # στυλοβάτης,αυτός που αντλεί νερό # αυτός που αρδεύει # αυτός που ποτίζει,σημείο ή δείκτης ύπαρξης νερού # τέχνη ανεύρεσης νερού # κλεψύδρα, το

 

ολογραφία       

γραμμένος με όλα τα γράμματα χωρίς συγκοπές # γραμμένος με ολόκληρη τη λέξη και όχι συγκεκομμένα   ΟΛΟΓΑΛΑΝΟΣ           

ονειροπολικός        

ο των ονείρων      ονειροπολος  

οπλεύς        

οπλίζω # ετοιμάζω # εξοπλίζω,       οπλο υπερασπισης        

οπλιτοδρομία      

τρέχω σαν οπλίτης # τρέχω σε αγώνα δρόμου όχι γυμνός αλλά με τα βάρη του οπλισμού,  στρατιώτης         

ουδαμός          

κανείς # ουδείς # κανένας # μηδείς # ούτε ένας,            

ουλόμενον                    

όφεις       

χρωστώ # χρεωστώ # οφείλω # είμαι υποχρεωμένος # έχω καθήκον    δούναι # υποχρέωση # χρέος      πουθενά # σε κανένα μέρος # ουδαμού       

παγκράτιος       

αγώνισμα πάλης και πυγμαχίας συγχρόνως, το – εξ αυτής η αγγλική λέξη pancratium – ιταλική pancrazio        ανακλινοπάλη (η) # παμμαχία (η) # παμμάχιον (το) πασίγνωστος   διεθνής # οικουμενικός

παιδοτρίβης      

γυμναστής παιδιών στη πάλη # προπονητής # δάσκαλος (κυρίως της πάλης) #   γένεσις    γονοποιία (η) # έκτεξις (η) # παιδοποίησις (η) # παιδουργία     

παναγόρσιος       

αγαθότητα μεγάλη, η   αγαθός στο έπακρο # απειράγαθος # υπεράγαθος, πολυαγαπημένος από όλους,     θαυμαζόμενος από όλους # θαυμαστός σε όλους,  πανάγιος # αγιότατος # πανάχραντος # πανίερος # πανόσιος  τέλεια αγιότητα # παναγιότητα, η   άγια ημέρα, η   αγνός στον ύψιστο βαθμό # παναμώμητος # πανάμωμος,κυνηγός των πάντων, οδίχτυ αλιευτικό ή θηρευτικό   γιορτασμός # εορτή # πανηγυρισμός # πανηγύρι,

πανδούροι       

παίζων την πανδούρα, ο      πανδοχειον        

παραβατικός      

ο της παράβασης # ανήκων ή έχων κλίση στην παρεκτροπή από το σωστό,             [παραβατης ορκου η υποσχεσης

παρασκοπολάβιον    

 δεν βλέπω καλά # παρεξηγώ # παρανοώ # ρίχνω λοξές ματιές σε κάποιον # στραβοκοιτάζω κάποιον,  παρασκευαστης φαγητων παρασκηνιο 

          

περιόρισις    

κυκλική οροθέτηση # περίκλειση εντός ορίων # οροθεσία # οροθέτηση # οροσήμανση # καθορισμός συνόρων # προσδιορισμός, η   περιορισμος της δαπανης    δεσμευτικός # κατασταλτικός # μετριαστικός # περιορισμένος        

περπατησιά         

μεγαλαυχώ # κομπορρημονώ # καυχησιολογώ # κομπάζω # υπεραίρομαι # αλαζονεύομαι # περιαυτολογώ          

πέρσυ      

περυσινός # περσινός # του περασμένου χρόνου # ο από πέρυσι # από την περσυνή χρονιά # ενός έτους,    Περσεας που γεννηθηκε απο την χρυση βροχη     Περσεφονη στην Ιταλια     ΠΕΡΣΙΚΟΣ ΚΟΛΠΟΣ …λαος …στρατος     

πεσσικός     

ο των πεσσών του άβακα,   πιόνι # πίλαστρο            

πουλερικό    

βουλιμία # ακόρεστη πείνα,   που παρέχει πολλές τροφές # που τρέφει πολλούς,  έχων πολλά δώματα ή ναούς ή οίκους           

πούρδαιον          

ύλη για το άναμμα φωτιάς # φρύγανο # δαδί # ξερό κλαδί για κάψιμο          

πύελος    σ

κάφη # σκεύος πλυσίματος # σκάφη λουτρού πλυσίματος #      αγαλλίασις (η) # αγαλλιασμός (ο) # απολαυστήριον     αγαλματιδιον νικης    Αθηνα   

ρεπτικός   

λάχανο # κράμβη # λαψάνα # γογγύλι # κράμβη η ράπυς # ρεπάνι # ραπάνι # ραφανίς η ήμερος # ραπανάκι, η                  

ρύπες       

ρυπανση   μιαίνω # ρυπαίνω # βρομίζω # λερώνω              

σελλισμός     

κομπάζω        σελα αλογου Σεληνη      σελινο

σιγμοειδεκτομή    

σχήματος σίγμα (C) # ημικυκλικός # μηνοειδής # που έχει σχήμα μισοφέγγαρου # δρεπανοειδής,           

στάδιος     

δρόμος αγώνων # τόπος χορού #                 

στερνίον           

στερνα λουτρου          

στέρνιον                     

στέρξιμο     

στοργή # αγάπη # αφοσίωση # προσήλωση # στοργικότητα                

συβαρίζειν    

τρυφώ # ζω στην τρυφηλότητα # καλοπερνώ               

υδραίμαρθον     

πλένομαι # λούζομαι       βρέχω # υγραίνω # λούζω # πλένω,    υδαταγωγός  

υδραίος      

υδάτινος # νερένιος # θαλάσσιος # ποταμίσιος # λιμναίος     Ὕδρα ὑδραγωγεῖο           

υδάτινος # νερένιος # θαλάσσιος # ποταμίσιος # λιμναίος   

υδροθεραπεία   

δεξαμενή νερού # δοχείο νερού # στέρνα, η    ψαράς # αλιέας # αλιεύς, ο ὑδροδοτοῦμαι ὑδρόγειος σφαίρα    Ὑδροχοος (ἀστερισμός)              -          

υδροπονία       

παράγων νερό,       διαρρεόμενος από νερό,      πίνω νερό,Υδροχοεύς (ο) # υδροχόος (ο) # υδρήχοος (

ύσπερ                        

φαγοθεραπεία           

γέρος φαγάς, ο      φαγάς # πολυφάγος # λαίμαργος # αδηφάγος # πολυφαγάς # άπληστος # αχόρταγος

φελλόδερμα        

δέντρο αειθαλές της Αρκαδίας από το οποίο βγαίνει φελλός ή αρία, η    φελλένιος # φελλώδης # φελλωτός       

φελόνιον       

πανωφόρι χοντρό, το              

φερνίον      

ψαροκόφινο, το     προίκα           

φιλοθέαμον                   

φρένιον      π

αράφρων # που από τον πυρετό έχει παραμιλητό,    κορυβαντιώ # λυσσιάζω # μανιάζω            

χελιδόνεαι   

ο του χελιδονιού,    χελιδών χελι 

ΔΕΛΦΙΚΟΣ

ΠΗΓΕΣ: ΔΕΛΦΙΚΟΣ

http://lexarithmos.wordpress.com

Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..

———————————————–

περισσότερα 

ΚΟΣΜΑΣ ΜΙΛΤ. ΜΑΡΚΑΤΟΣ, ΚΟΣΜΟΓΛΩΣΣΑΝ 2007 (CD) http://www.hellenes-markatos.gr/portal/

ΠΕΙΤΕ ΜΑΣ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΥΣ

———————————————–

ΑΡΤΕΜΗΣ ΣΩΡΡΑΣ

http://www.artemis-sorras.com/

———————————————–

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΥΣ

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΥΣ: ΝΤΟΡΑ ΚΡΗΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΥΣ: ΑΡΤΕΜΗΣ ΣΩΡΡΑΣ (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ)

About these ads

Υποβολή απάντησης

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 1,045 other followers

%d bloggers like this: